Στα ίχνη της ελληνικής ευθύνης. Η ελληνική επανάσταση και ο αντισημιτισμός 1760-1832.

afisa-BAB2016

 

Από τα τέλη του 2015 η συνέλευση του 0151 αποφάσισε να δουλέψει πάνω σε ένα πλάνο για τη διερεύνηση του ιστορικού βάθους και των πολιτικών χαρακτηριστικών του αντισημιτισμού σε ελληνικό πλαίσιο. Είπαμε ότι θέλουμε να καταγράψουμε μικρότερης και μεγαλύτερης κλίμακας αντισημιτικά γεγονότα και εγκλήματα σε αυτήν εδώ τη χώρα, να καταγράψουμε τη διάδοση που είχε και έχει το μίσος εναντίον των εβραίων ανά τις περιόδους ζωής του ελληνικού κράτους και των υπηκόων του, να συζητήσουμε τα παραπάνω σε σχέση με τη συγκρότηση και τη διαιώνιση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, να εμβαθύνουμε με αυτό τον τρόπο στις ήδη υπάρχουσες θέσεις μας και να δώσουμε και πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στις αντιεθνικιστικές αιχμές που θέτουμε στα πλαίσια ενός ανθελληνικού αντιφασισμού.

 

 

Φιλελεύθεροι ενάντια στον αντισημιτισμό;

Η παραδοσιακή ιστοριογραφία στην ελλάδα, λοιπόν, δεν ασχολείται με τους εβραίους, ακόμη και όταν η αριστερά μπαίνει στα πανεπιστήμια, κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Eίναι μόνον κατά τη δεκαετία του 2000 που εμφανίζεται ένα συγγραφικό/ εκδοτικό ενδιαφέρον. Από το 2005 και μετά, δε, αρχίζει να εξαπλώνεται και ένας λόγος ενάντια στον αντισημιτισμό σε έντυπα και βιβλία ο οποίος σαν πηγή δεν έχει μόνον την κινηματική δραστηριότητα στον ευρύτερο αυτόνομο αντιφασιστικό και αντιεξουσιαστικό χώρο, αλλά και ένα αναπτυσσόμενο φιλελεύθερο μπλοκ.

Φυσικά, ο φιλελεύθερος λόγος ενάντια στον αντισημιτισμό χαρακτηρίζεται από κάποιες προφανείς ιδεολογικές συνέπειες που φέρει μαζί του εν γένει ο φιλελευθερισμός: α) αρνείται την ύπαρξη του εθνικού κράτους στο σήμερα ως ενός βασικού φορέα του αντισημιτισμού και διαχωρίζει αυθαίρετα τον ‘κακό εθνικισμό’ από το ‘καλό κράτος’ που (θα έπρεπε να) διασφαλίζει την κοινωνική αρμονία μεταξύ των πολιτών κάθε θρησκεύματος, χρώματος μπλα-μπλα και β) βγάζει λόγο για τον αντισημιτισμό σαν να είναι μια άποψη δίπλα σε άλλες, σαν να είναι μία θέση, μια κατάσταση, ένα χόμπι εν τέλει δίπλα σε χίλια δυο άλλα. Πρόβλημα που είχε επισημάνει και ο Σαρτρ στο γνωστό του βιβλίο για τον αντισημιτισμό. Αλλά επίσης ο φιλελευθερισμός αντιλαμβάνεται τον αντισημιτισμό σαν μια οπισθοδρομική ρητορική, δείγμα συνείδησης ανθρώπων που δεν έχουν περάσει όλα τα στάδια του πολιτισμού.

Στην περίπτωση της ελλάδας, ο φιλελεύθερος λόγος εντοπίζει τις πηγές και τους φορείς του αντισημιτισμού σε τμήματα της ελληνικής οπισθοδρομικής κουλτούρας, της λαϊκής νοοτροπίας, της σκοταδιστικής πολιτικής της εκκλησίας και πάει λέγοντας, αφήνοντας πάντα στο απυρόβλητο βέβαια τον ευρέως διαδεδομένο κοινωνικό αντισημιτισμό αλλά ακόμη περισσότερο το ίδιο το κράτος. Και μόνο ότι επιχειρείται ανάλυση του αντισημιτισμού, βγάζοντας απ’ έξω το ρόλο του ελληνικού κράτους κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος είναι βέβαια ένα κακόγουστο αστείο. Οι ευθύνες της Εθνικής Τράπεζας και των ελληνικών δικαστηρίων γύρω από την καταλήστευση των εβραϊκών περιουσιών, η στελέχωση του κράτους αυτού πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη γερμανική κατοχή με κάθε λογής φασιστοειδή και αντισημίτες που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξόντωση των εβραίων, η αφαίρεση των ιθαγενειών εκατοντάδων ελλήνων εβραίων, όλα αυτά, λίγα μόνο από τα αποτυπώματα της θεσμικής αντισημιτικής δράσης δύσκολα θίγονται από τη φιλελεύθερη ρητορική, εκτός αν αναφερθούν κάπου για να ειπωθεί αμέσως μετά ότι τότε είχαμε να κάνουμε βέβαια με ένα ελληνικό κράτος που ακόμη ‘δεν είχε εκσυγχρονιστεί αρκετά’ και άλλες παρόμοιες βλακείες. Με λίγα λόγια, το να μη βλέπουν οι φιλελεύθεροι τη συνέχεια του κρατικού αντισημιτισμού από την αθώωση των εμπρηστών του Κάμπελ το 1931, την απαλλαγή Μέρτεν το 1959, την απαλλαγή του αντισημίτη δολοφόνου της Ρώμης το 1982, μέχρι την αθώωση του νεοναζί Κ. Πλεύρη το 2009 δεν είναι πρόβλημα όρασης, αλλά πρόβλημα της δικής τους πολιτικής ταυτότητας και των επιδίκων της.

Ο κανόνας είναι λοιπόν, μέχρι στιγμής, πως οι σύγχρονοι φιλελεύθεροι θέτουν ως κύριες πηγές του σύγχρονου ελληνικού αντισημιτισμού αφενός τη συνωμοσιολογική σκέψη και αφετέρου εντάσσουν τις αντισημιτικές εκδηλώσεις στο πλαίσιο της καθυστέρησης της ελλάδας σε σχέση με τα σύγχρονα δυτικά ευρωπαϊκά κράτη που ξέρουν πώς να αντιμετωπίζουν τη συλλογική τους μνήμη, τις πολιτικές τους κ.τ.λ. Ως φιλελεύθεροι που είναι, διαχωρίζουν τον εθνικισμό, τις σκοταδιστικές παραδόσεις, τον ανορθολογισμό και την κληρονομιά της εκκλησίας από το παρόν του ‘δυτικού κράτους-ελλάδα’ μην μπορώντας βέβαια να δούνε στο ρόλο της εκκλησίας τίποτε άλλο παρά μια ξεχασμένη ιστορική σύνδεση που πια δεν έχει λόγο ύπαρξης και μέλλον. Πρόκειται για μια θέαση της ιστορίας δίχως βάρος και υλικότητα και η οποία μάλιστα είναι αρκετά της μόδας τελευταία.

Ήδη από τα παραπάνω θα έγινε αντιληπτό πως η ιδιαιτερότητα της δικής μας αντίληψης είναι ότι εστιάζουμε εξίσου στο ρόλο της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού κράτους στις αντισημιτικές πολιτικές και εγκλήματα του 19ου και του 20ου αιώνα. Στο κείμενο που ακολουθεί παρακάτω ασχολούμαστε πιο συγκεκριμένα με τις ίδιες τις διαδικασίες και τις ιδεολογικές επιδράσεις γύρω από τη συγκρότηση του κράτους για να δούμε τι ρόλο παίζει ο αντισημιτισμός σε αυτές. Πρόκειται για διαδικασίες και ιδεολογικές αναφορές που εκτείνονται σε ένα μεγάλο χρονικό φάσμα που εκκινεί από το τέλος του λεγόμενου αιώνα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού (1688-1789) και εκτείνεται μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, μέσα σε μια εποχή όπου οι παλιές αυτοκρατορίες καταρρέουν για αναδυθούν τα νέα εθνικά κράτη και οι ανά τόπους αστικές τάξεις που τα στηρίζουν. Η περίοδος αυτή, όπως την ξεχωρίσαμε, ουσιαστικά ξεκινά και τελειώνει με δύο ρωσοτουρκικούς πολέμους που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο και για τα συμφέροντα των οπαδών της ιδέας του ελληνικού κράτους.[1]

 

 

Το ‘Ξανθό Γένος’ που δεν κατέβηκε ποτέ και μια στραπατσαρισμένη επανάσταση.

Δεν ξέρουμε αν φαίνεται παράδοξο σε κάποιους αλλά η ιστορία του ελληνικού αντισημιτισμού – πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους – τρέχει παράλληλα με την ιστορία του ντόπιου Διαφωτισμού. Δεν είναι παράδοξο, όμως, αν σκεφτούμε ότι ο διαφωτισμός γενικά υπήρξε ένα σώμα ιδεών, που έχουμε μάθει να το σκεφτόμαστε σαν ένα σώμα ιδεών τελείως ξέχωρων από τις άλλες κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες της εποχής. Πράγματι, στον περίφημο αιώνα του διαφωτισμού είναι που εμφανίζονται όλες αυτές οι μεγάλες ιδέες για την διάκριση των εξουσιών, την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, την κατάργηση των βασανιστηρίων και της θανατικής ποινής κ.τ.λ. Αλλά είναι επίσης σε αυτόν τον ίδιο αιώνα και συχνά από τα ίδια στόματα που εξέφρασαν όλες αυτές τις ιδέες που εκφράζονται οι πολεμικές υπέρ της ανάδυσης των εθνικών κρατών, απέναντι π.χ. στο μοντέλο διακυβέρνησης του Σουλτάνου στην Οθωμανική αυτοκρατορία, οι αστικές τάξεις της Ευρώπης αποκτάνε τα πολιτικά και κοινωνικά προνόμια τους όλο και περισσότερο έναντι των βασιλέων και με μοχλό τη διάδοση του εμπορίου και την τεχνική εξέλιξη ανακαλύπτουνε και διαχειρίζονται σε όλο και βαθύτερο επίπεδο τα ταξίδια τους, ή τις κατακτήσεις τους, εκτός Ευρώπης.

Σε επίπεδο ιδεολογικό το έθνος-ελλάδα είναι μπλεγμένο σε αυτούς τους λόγους. Οι ευρωπαίοι διαφωτιστές σιχαίνονται τον σουλτάνο και ταυτίζονται από καιρό με την αρχαιοελληνική παράδοση. Προβάλλουν έτσι στην περίπτωση της ελλάδας τη σκλαβιά ενός δυτικού λαού και εδάφους από τη βάρβαρη αλλοτρίωση της οθωμανικής ανατολίτικης παράδοσης που μας κληρονόμησε αυτή η μισητή (οθωμανική) αυτοκρατορία. Το πράγμα καθόλου παράδοξα όμως κουμπώνει και με τα συμφέροντα της εξωτερικής πολιτικής των δυτικών κρατών. Επιθυμούν τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή τουλάχιστον τη σταδιακή αποδυνάμωσή της σε καίρια στρατηγικά σημεία (βλέπε Στενά Βοσπόρου, Μεσόγειος κ.τ.λ.), στα οποία Άγγλοι και Γάλλοι παλεύουν την ηγεμονία τους. Το μέγα αντίπαλο δέος εξ Ανατολών για τον Σουλτάνο είναι η Ρωσική Αυτοκρατορία των Τσάρων, η οποία ως ένα βαθμό είναι σύμμαχος (ως εχθρός τους εχθρού του Σουλτάνου). Ωστόσο, ο νοτιοβαλκανικός ανταγωνισμός μεταξύ Ρώσων από τη μια και Άγγλων-Γάλλων από την άλλη, για δύο τουλάχιστον αιώνες, εκτυλίσσεται γύρω από το κατά πόσο θα επιτραπεί η διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και η αποτροπή της καθόδου της Ρωσίας στη θάλασσα.

Τις δεκαετίες του 1770 ο ελληνικός διαφωτισμός καθόλου παράδοξα λοιπόν εξελίσσεται παράλληλα με τα συμφέροντα ορισμένων ελληνόφωνων και ορθόδοξων κοινωνικών ομάδων που αναγνωρίζουν εαυτούς ως έλληνες, να φτιάξουν το εθνικό τους κράτος. Ένας συγκεντρωμένος πυρήνας αυτών των ανθρώπων βρίσκεται στην Πελοπόννησο αλλά όχι αποκλειστικά εκεί. Πρόκειται για τοπικούς άρχοντες στην ουσία σε μικρές πόλεις της εποχής, όπως π.χ. η Μάνη. Ανθρώπους που συγκεντρώνουν πλούτο, τρέχουν εμπορικές διαδρομές, έχουν άλλους ανθρώπους στη δούλεψή τους, μπορούν να υπερασπιστούν (και ένοπλα) τις περιουσίες τους και σε κάποια φάση καταλαβαίνουν ότι καλύτερο θα ήταν να μην πληρώνανε οι ίδιοι φόρους στην Υψηλή Πύλη αλλά να πληρώνουν άλλοι φόροι σε αυτούς. Αυτοί εκπροσωπούν ένα είδος ελληνικής αστικής τάξης σε εμβρυακή κατάσταση. Από την άλλη, ένας πυρήνας ανθρώπων συσπειρώνεται στα στέκια της ελληνορθόδοξης εκκλησίας που τότε ελέγχεται από το Πατριαρχείο στο Φανάρι. Το Άγιο Όρος που οι Οθωμανοί το αφήνουν να λειτουργεί ανενόχλητο, είναι ένα κλασικό τέτοιο στέκι και λειτουργεί σαν ορμητήριο τόσο των ανθρώπων που σχεδιάζουν ένα μελλοντικό ελληνικό κράτος όσο και σαν πόλος συσπείρωσης των μορφωμένων της εποχής. Οι ιδέες του ελληνικού διαφωτισμού συναντιούνται κεντρικά με το Άγιο Όρος. Βλέποντας τα στέκια και τις ιστορίες ζωής του καθενός από αυτούς τους εκπροσώπους του ελληνικού διαφωτισμού αλλά και τους ‘πατέρες του γένους’ καταλαβαίνουμε έτσι λίγο καλύτερα το κοινωνικό μόρφωμα που έφερε στο προσκήνιο την ιδέα της συγκρότησης ενός ελληνικού κράτους. Όταν για παράδειγμα ο Ρήγας ο Βελεστινλής σκοτώνει έναν τούρκο αξιωματούχο στο Βελεστίνο, το κρησφύγετό του θα είναι το Άγιο Όρος. Ο διαφωτιστής Ευγένιος Βούλγαρης επίσης, που μετέφρασε και διέδωσε κλασικά βιβλία των διαφωτιστών στα ελληνικά (Νιούτον, Χομπς, Λάϊμπνιτς και Λοκ μεταξύ άλλων), ήταν ένας άνθρωπος που δίδαξε από το 1753 στην Αθωνιάδα Ακαδημία του Αγίου Όρους, σε μια σχολή που παρεμπιπτόντως είχε ιδρύσει η Μονή Βατοπεδίου.

Την ίδια εποχή στο ελληνορθόδοξο στρατόπεδο, ο Πατριάρχης Σεραφείμ ο Β’, με καταγωγή από την Ήπειρο, που διηύθυνε το πατριαρχείο του Φαναρίου στην Ιστανμπούλ, καθαιρείται το 1761 από τον σουλτάνο Μουσταφά τον Γ’ και εξορίζεται στο Άγιο Όρος. Από εκεί λέγεται ότι δρα υπέρ της εξέγερσης των ελλήνων, ενώ το 1769, μεσούντος του ρωσοτουρκικού πολέμου, καλεί τους έλληνες να συμμετάσχουν στην επανάσταση που ξεσπά στην Πελοπόννησο και καταστέλλεται το 1770. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός ήταν ελληνορθόδοξος μοναχός που το 1759 με εντολή του Σεραφείμ Β’ εγκατέλειψε το Άθως για να ξεκινήσει την εκστρατεία του. Ο Πατροκοσμάς, όπως ήταν επίσης γνωστός, τόνιζε τη σημασία της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας και στα 16 χρόνια της περιοδείας του στη Μακεδονία και κυρίως την Ήπειρο κατάφερε να ιδρύσει 200 ελληνόγλωσσα, ορθόδοξα σχολεία ασκώντας ισχυρή κριτική στην ομιλούμενη αλβανική και διαδίδοντας την αντίληψη πως τα ελληνικά είναι η γλώσσα της χριστιανικής εκκλησίας. «Όποιος χριστιανός άνδρας ή γυναίκα υπόσχεται μέσα εις το σπίτι του να μην κουβεντιάζει αρβανίτικα, ας σηκωθεί απάνω να μου το ειπή και εγώ να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμό μου από τον καιρό οπού εγεννήθη έως τώρα…», φέρεται να κηρύττει ο Κοσμάς μεταξύ άλλων. Ταυτόχρονα, Ρήγας Φεραίος και Νεόφυτος Δούκας προπαγανδίζουν την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας έναντι της βλάχικης σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας με δημόσιες παρεμβάσεις τους. Έτσι χτίζεται σιγά-σιγά η συνείδηση πως η ελληνικότητα συνίσταται στην κοινή βάση της ελληνικής γλώσσας και της ορθόδοξης πίστης με έδαφος βέβαια αρκετά ακαθόριστο προς το παρόν, πλην της Πελοποννήσου, της Στερεάς, της Ηπείρου και της Μακεδονίας, όπου αποτελούν τα κυρίως πεδία δράσης.

Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του Κοσμά του Αιτωλού στην Ήπειρο, σε οικονομικό επίπεδο, ήταν ότι κατάφερε να χτυπήσει το εβραϊκό εμπόριο της πόλης των Ιωαννίνων επιτυγχάνοντας τη μεταφορά του παζαριού της πόλης από μέρα Κυριακή σε Σάββατο, μέρα αργίας κατά την εβραϊκή θρησκεία. Σε αντάλλαγμα οι Ηπειρώτες έμποροι χρηματοδοτούσαν τα ιεροδιδασκαλεία του. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός πατάει βέβαια πάνω σε μια ήδη υπάρχουσα παράδοση αντι-εβραϊκών αισθημάτων στην χριστιανορθόδοξη εκκλησία. Ο μοναχός Ευθύμιος στο ‘Χρονικού του Γαλαξιδιού’ το 1703 μιλάει για το «παράνομο γένος των Εβραίων», ενώ ο Μάξιμος ο Πελοποννήσιος γράφει για το «μισόχριστον των Ιουδαίων πονηρόν γένος», που «εσούβλισε [χριστιανούς] και ζωντανούς έψησεν, άλλους δε εις πυρκαϊάν κατέκαυσεν, άλλους από κρεάργας εκρέμασε…» το 1611. Το 1760, ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ο εξ Εβραίων, έγραψε την ‘Ανατροπήν της θρησκείας των Εβραίων και των εθίμων αυτών’. Η δολοφονία του Χριστού, μολονότι εβραίος και αυτός, βαραίνει επίσης τους εβραίους… εν είδει προπατορικού αμαρτήματος.

Ο Κοσμάς ο Αιτώλος και το σινάφι του, όπως και γενικότερα οι (παρα)εκκλησιαστικοί κύκλοι της Πελοποννήσου πριν τα ‘Ορλωφικά’, συνδυάζουν τα παραπάνω αντι-εβραϊκά αισθήματα με την αναβίωση χιλιαστικών προφητειών και συγκεκριμένα αυτής που ‘έβλεπε’ πως η ‘κάθοδος του ξανθού γένους’ (σ.σ. στη μεσόγειο, στα βαλκάνια κ.τ.λ.) θα φέρει τα πάνω-κάτω, θα απελευθερώσει το ελληνικό γένος και θα διαλύσει τους Οθωμανούς. Είναι προφανές ότι οι προφητείες δρούνε στρατηγικά ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες που ενθαρρύνουν τους ελληνόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς να εξεγερθούν με ρωσική βοήθεια ενάντια στον σουλτάνο. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι αν και μια χαρά ορθολογικούς στόχους είχε ο Κοσμάς, εργαλειοποιούσε τον ανορθολογικό αντισημιτισμό για να αυξήσει το ποίμνιο και να το κάνει μάλιστα πολλές φορές να δρα και βίαια εναντίον των εβραίων της Ηπείρου, ενισχύοντας βέβαια κατά βάση τους εθνικούς στόχους των ελληνόφωνων και των ομόδοξών τους Ρώσων.

Ο μαθητής του και πρώτος βιογράφος του Σάπφειρος (Ζαφείρης) Χριστοδουλίδης ή Ραμμενιάτης, αναφέρει: «… Ο ιερός Κοσμάς επήγεν πάλιν εις τα Ιωάννινα, και πρώτον μεν εκατάπεισε τους χριστιανούς να μεταβάλουν το κοινόν παζάρι από την Κυριακήν εις το Σάββατον, το οποίον τους επροξένησε (στους Εβραίους) μεγίστην φθοράν. Δεύτερον τους εκήρυξε δια φανερούς εχθρούς, και ότι είναι έτοιμοι κάθε καιρόν να κάνουν κάθε κακόν εις τους χριστιανούς. Τρίτον, θέλοντας να βγάλει από τας κεφαλάς των χριστιανών τας μακράς φούντας και τα τοιαύτα, τα οποία όλα ηγόραζον από τους Εβραίους, τους εδίδασκε πως είναι ακάθαρτα, ότι επί τούτου δια τους χριστιανούς οι θεοκτόνοι τα μολύνουσι, και να μη τα αγοράζωσι ολότελα.» Στην Διδαχή Δ’ προπαγανδίζεται η αντισημιτική συκοφαντία αίματος πως οι εβραίοι έπιναν το αίμα μικρών παιδιών… Όλα αυτά συμβαίνουν λοιπόν 40-50 χρόνια πριν δημιουργηθεί το ελληνικό κράτος, με αφορμή τη λεγόμενη ‘επανάσταση του 1821’ και ενσωματώνονται σε ένα πλαίσιο διάδοσης του ελληνικού εθνικισμού και της προσπάθειας δημιουργίας ελληνικού κράτος το 1770. Μια προσπάθεια που ξεκίνησε με την έγκριση της Αικατερίνης Β’ της Ρωσίας και υπό την στρατιωτική επίβλεψη των αδερφών Ορλώφ. Ωστόσο, το ‘ξανθό γένος’ δεν βοηθά τους έλληνες όσο θα ήθελαν. Η εξέγερσή τους καταστέλλεται αμέσως. Ο Κοσμάς επιτέλους συλλαμβάνεται στο Μπεράτι και εκτελείται από τους Οθωμανούς ως πράκτορας της Ρωσίας. Μόλις το 1961 ο Κοσμάς κηρύσσεται άγιος.

 

 

  1. Η απο-εβραιοποίηση των εξεγερμένων περιοχών.

Η κατάσταση στην Μακεδονία, στις αρχές του ταραγμένου αυτού 19ου αιώνα, δεν είναι καλύτερη σε επίπεδο αντιεβραϊσμού. Το 1817 εκδηλώνεται στην περιοχή ένας βίαιος χριστιανικός προσηλυτισμός κατά την διάρκεια του οποίου πολλοί εβραίοι συλλαμβάνονται με σκοπό τα λύτρα και όταν αυτά πολλές φορές δεν καταβάλλονται τότε τους λιθοβολούν ή τους ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου. Ο αντιεβραϊσμός όσο πλησιάζουμε όμως στο 1821 θα συνδέεται όλο και πιο κεντρικά με την εθνική υπόθεση των ελλήνων.

Η δεύτερη προσπάθεια των ελληνόφωνων ορθόδοξων να στήσουν κράτος λαμβάνει χώρα πενήντα χρόνια αργότερα, βέβαια, το 1821. Αυτή τη φορά η Ρωσία δεν παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε το 1770, καθώς βρίσκεται σε ένα είδος ευκαιριακής συμμαχίας με τον σουλτάνο, και το Πατριαρχείο άρα, επίσης, είναι αρκετά διστακτικό προς τέτοιες κινήσεις. Από τον συνδυασμό διάφορων δυνάμεων, ωστόσο, που έχουν να κάνουν με τη συσπείρωση Ρώσων φιλελλήνων από τη Μόσχα ή ελλήνων ομογενών της Οδησσού, τις συμμαχίες στην Πελοπόννησο με ορεσίβιες ομάδες Αρβανιτών, την ωρίμανση  της ιδέας της εξέγερσης, κ.τ.λ., η λεγόμενη επανάσταση επιτυγχάνει και ο σουλτάνος αδυνατεί να την καταστείλει άμεσα.

Σε αυτή τη φάση της ελληνικής επανάστασης είναι προφανής η επικοινωνία του ελληνικού αντιεβραϊσμού με τον αντιεβραϊσμό που αναπτύσσεται στην ομόδοξη Ρωσία, τόσο από ομογενείς όσο και από Ρώσους. Τόσο στην ελλάδα όσο και στην ελληνική κοινότητα στην Οδησσό το παλιό μίσος εναντίον των εβραίων για ‘τη δολοφονία του χριστού’ αναζωπυρώνεται με την καταγγελλόμενη εμπλοκή των εβραίων στην Ιστανμπούλ στη δολοφονία του Πατριάρχη από τους Τούρκους. Ο Γρηγόριος ο Ε’ δολοφονείται την επομένη του Πάσχα του 1821 για την εμπλοκή του στην ελληνική επανάσταση. Τρεις εβραίοι κατηγορήθηκαν από τους έλληνες ότι αγόρασαν το πτώμα του πατριάρχη και το περιφέρανε στους δρόμους της πόλης εξευτελιστικά. Η ρωσική εκκλησία οργανώνει έκτοτε αιματηρά αντιεβραϊκά πογκρόμ κάθε πάσχα και χριστούγεννα υπό την επίβλεψη της Οχράνα. Οι έλληνες της Οδησσού τον Ιούλιο του 1821 ξεκινούνε εξέγερση ενάντια στην εβραϊκή συνοικία της πόλης. Στην ελλάδα βέβαια το έθιμο του ‘καψίματος του Ιούδα’ που συντηρεί με ζέση ο Κοσμάς ο Αιτωλός στην εποχή του, επί των ημερών της επανάστασης και με αφορμή τις φήμες για τον εξευτελισμό του πτώματος του πατριάρχη, λαμβάνει μορφή πανελλαδικής αντιεβραϊκής εξόντωσης. Το έθιμο επιζεί και σήμερα στην ελλάδα.

Στην περίπτωση της γνωστής ‘απελευθέρωσης της Τριπολιτσάς’, μέσα μαρτυρίες διαφόρων ευρωπαίων που προσέτρεξαν τότε στην ελλάδα λόγω του ρομαντικού φιλελληνισμού, ο Bernard Pierron, αποτυπώνει την φρίκη της κατάληψης της πόλης και του σκοτωμού 5.000 Εβραίων. «Ο αναγνώστης είναι ελεύθερος να διαλέξει την πιο φρικιαστική περιγραφή που έχουν κάνει οι ιστορικοί για την λεηλασία των πόλεων στους βιβλικούς χρόνους, όπου σφάζανε ως και τα ζώα, και θα έχει την πιο πιστή εικόνα της κατάληψης της Τριπολιτσάς», καταθέτει ο εκ των θεμελιωτών του φιλελληνικού κλίματος στην Δυτική Ευρώπη, περιηγητής και ιστορικός Francois Pouqueville, ενώ τα λόγια του Μaxime Reybaud, τα οποία παραθέτει λίγες προτάσεις μετά είναι ενδεικτικά για το συνολικότερο κλίμα: «Συχνά ένας έλληνας που πάει να μαχαιρώσει έναν μουσουλμάνο, τον παρατάει για να σκοτώσει έναν Εβραίο, ικανοποιώντας έτσι την δίψα του για όσο το δυνατόν περισσότερη εκδίκηση.» Ο Pierron συμπεραίνει έτσι πως οι Εβραίοι «αποτελούσαν την αξιοκαταφρόνητη λεία πάνω στην οποία μπορούσαν να ξεσπάσουν οι έλληνες στρατιώτες χωρίς καμία τύψη.»[2] Ο Άγγλος φιλέλληνας Gordon σημειώνει: «Ο άτυχος Εβραϊκός πληθυσμός… εξοντώθηκε με μαρτύρια που είναι αδύνατον να περιγραφούν…» Ο φιλέλληνας Leake που περιοδεύει στην ελλάδα την ίδια περίοδο διαπιστώνει «χαρά για αγριότητες και δίψα για πλιάτσικο» στις διαθέσεις του όχλου. Ανάλογες σφαγές σημειώνονται στο Βραχώρι (Αγρίνιο). Οι πλούσιοι Τούρκοι και οι αξιωματούχοι στην κοινότητα του Βραχωρίου, σώθηκαν φυγαδευόμενοι ανταλλάσσοντας τη ζωή τους, είτε με χρήματα είτε με την «αξία» του τίτλου τους. «Πιθανότατα, μαζί τους να σώθηκαν και ελάχιστοι πλούσιοι Εβραίοι (κάποιοι αναφέρουν έναν). Οι υπόλοιποι, όλη η Εβραϊκή κοινότητα και οι λίγοι φτωχοί τούρκοι αιχμάλωτοι σφαγιάστηκαν ολωσδιόλου, από τις αιμοδιψείς εξαγριωμένες ομάδες των «νικητών». Ο Δ. Κόκκινος αναφέρει: «Οι Έλληνες στρατιώται κατά την αγρίαν αυτών καταδίωξιν των θυμάτων των εφώναζαν δια τους βανδαλισμούς που υπέστη ο νεκρός του Πατριάρχου από τον εβραϊκόν όχλον και δια τα καταμηνύσεις των κρυπτομένων εκεί Ελλήνων υπό εβραίων…». Τα δολοφονικά πογκρόμ που ακολούθησαν το 1821 στην Τριπολιτσά, το Νιόκαστρο της Πύλου και την Πάτρα, μάλιστα, συνέβαλαν στο να μη μείνει ούτε ένας εβραίος στις πόλεις αυτές αλλά και στην Πελοπόννησο γενικά.[3]

Οι έλληνες, μάλιστα, ένιωσαν τέτοιο ενθουσιασμό κιόλας για τη μαζικότερη από τις παραπάνω σφαγές που προκάλεσαν, αυτή στην Τριπολιτσά, που το έβαλαν και στον εθνικό τους ύμνο: Ολιγότευαν οι σκύλοι/ Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά/ Και των Χριστιανών τα χείλη/ Φωτιά εφώναζαν, φωτιά. (στροφή 68η).[4]

Γράφει ο Τριαρίδης: «Τα γεγονότα είναι γνωστά. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1821 οι δυνάμεις των επαναστατημένων Ελλήνων υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Τριπολιτσά, όπου έχουν συγκεντρωθεί περίπου 40.000 Τούρκοι και Εβραίοι της Ηπειρωτικής Πελοποννήσου και μαζί τους 1500 ένοπλοι Αρβανίτες (ετούτοι οι τελευταίοι αποτελούν και την ουσιαστική άμυνα της πόλης). Η σφαγή που ακολουθεί είναι μία από τις μεγαλύτερες (πιθανώς η μεγαλύτερη) που γνώρισε ποτέ η Πελοπόννησος: επί τρεις ημέρες οι Έλληνες σφαγιάζουν τους αμάχους Τούρκους και Εβραίους, τις γυναίκες, τα παιδιά και τα βρέφη (αφού προηγουμένως βιάσανε, βασάνισαν, εκπαραθύρωσαν, κάψανε, λιώσανε κεφάλια μωρών σε τοίχους – δηλαδή: κάνανε τα «ιερό χρέος τους» σύμφωνα με τα ελληνικά σχολικά βιβλία). […] Ο Έλληνας ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων είναι ακόμη γλαφυρότερος μιλώντας για την σφαγή: «Ιδίως δε η εκ της πύλης των Καλαβρύτων μέχρι του σατραπείου λεωφόρος από λιθοστρώτου μετεσχηματίσθη, ιν’ είπωμεν, εις πτωματόστρωτον, και ουθ’ ο πεζός, ουθ’ ο ίππος επάτει επί της γης, αλλά επί πτωμάτων». Αλλά και ο ίδιος ηθικός αυτουργός της σφαγής Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αφού φρόντισε να διαφύγουν σώοι οι 1500 οπλισμένοι Αρβανίτες, με τους οποίους είχε κάνει συμφωνία… μιλάει στα Απομνημονεύματά του (τα οποία υπαγόρευσε το 1839 στον Γεώργιο Τερτσέτη) με πρωτοφανή ειλικρίνεια (και εντυπωσιακή λακωνικότητα): “το ασκέρι όπου ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριάκη, γυναίκες, παιδιά και άντρες, 32.000, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς”… Μετά από τρεις ημέρες σφαγής, δεν υπήρχαν άλλοι ζωντανοί άμαχοι για να δολοφονηθούν…[5] Δεδομένης και της εξάλειψης των εβραϊκών κοινοτήτων στην Ναύπακτο και την Θήβα, κατά τον 18ο αιώνα, όταν ξεσπάσανε τα πρώτα εθνικιστικά κινήματα, Στερεά και Πελοπόννησος μείνανε χωρίς εβραίους, με την εξαίρεση της κοινότητας της Χαλκίδας. Ο αντιεβραϊσμός, έτσι, είναι ένα ξεκάθαρο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική στάση έναντι των εβραϊκών κοινοτήτων σε κάθε επίπεδο.[6]

Από το 1821 έως το 1825, για τέσσερα περίπου συνεχή έτη, οι έλληνες καταφέρανε λοιπόν να ομογενοποιήσουν εθνικά την Πελοπόννησο και τη Στερεά στα μέρη που ελέγχανε, σκοτώνοντας μαζικά τούρκους και εβραίους, ενώ παράλληλα καταφέρνανε και ορισμένες στρατιωτικές επιτυχίες κατά περιφερειακών ή μη στρατευμάτων των Οθωμανών. Το αποφασιστικό σταμάτημα αυτών των γενοκτονικών επιθέσεων δίνεται εκ μέρους της Υψηλής Πύλης με την εκστρατεία του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο, αρχηγού και μεγάλου μεταρρυθμιστή του αιγυπτιακού στρατού στο Κάϊρο. Ο Ιμπραήμ το 1825 έκανε επιτυχή επέλαση στην Πελοπόννησο με 30.000 στρατό και πήρε πίσω την Τρίπολη και την επόμενη χρονιά το Μεσολόγγι. Μέχρι τα μέσα του 1827, οπότε και τελικά Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία συμφώνησαν στην ύπαρξη αυτόνομου ελληνικού κρατιδίου, ο Ιμπραήμ είχε λύσει το πρόβλημα της ελληνικής εξέγερσης. Τον Οκτώβριο του 1827 οι στόλοι των τριών παραπάνω κρατών επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στο στόλο του Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο (Πύλος) και τον κατέστρεψαν ολοκληρωτικά.[7] Φυσικά, η επίσημη ιστορία απεικονίζει την εισβολή Ιμπραήμ σαν απαρχή σφαγών, λεηλασιών και λιμών που λήγει με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, δηλαδή την ‘επιτέλους παρέμβαση των ανάλγητων έως τότε ευρωπαίων μπροστά στο ελληνικό δράμα’. Αλλά όπως ξέρουμε, η ιστορία γράφεται από τους νικητές… Στην Ευρώπη η νίκη των ευρωπαϊκών στόλων έναντι του Ιμπραήμ εορτάζεται ως ‘νίκη των λαών’, ‘νίκη των επαναστατών’ ή και ‘νίκη των βασιλείων της Ευρώπης’…

Από το 1827 έως το 1832 ο Ιμπραήμ αποσύρεται και οι έλληνες ξεκινούνε το δικό τους βασίλειο με την Πελοπόννησο, τη Στερεά, την Εύβοια και τις Κυκλάδες με βόρεια σύνορα τους ποταμούς Αχελώο και Σπερχειό. Οι Εβραίοι θα είναι σε μεγάλο βαθμό απόντες από το ελληνικό κράτος. Από τη στιγμή που οι έλληνες θα φτιάξουν κράτος φυσικά ο εθνικισμός θα διαχέεται πια άφοβα από τα επίσημα κανάλια του στρατού και των σχολείων, των δύο πρώτων σημαντικών θεσμών για κάθε εθνικό κράτος. Η ελλάδα χτίζει ήδη από νωρίς έναν από τους πιο διαδεδομένους εθνικισμούς στην ευρώπη, με έναν από τους υψηλότερους πολεμικούς προϋπολογισμούς μεταξύ όλων των κρατών παράλληλα (αυτό βέβαια ισχύει και για τα 180 χρόνια της ιστορίας της). Ενδεικτικά μεταξύ 1833 και 1838, το 60% των συνολικών δημόσιων δαπανών πάει στον στρατό, μια συνθήκη βέβαια που βαίνει παράλληλα με το όλο και διογκούμενο δημόσιό χρέος.

 
Περιοδικό 0151, ενάντια στην ελληνική πραγματικότητα! Ιούνιος 2016.

 

[η πλήρης εκδοχή του παραπάνω κειμένου βρίσκεται στο 8ο τεύχος του περιοδικού 0151, Ιούνιος 2016]

 

[1] Από το 1568 μέχρι το 1918 Ρωσική και Οθωμανική Αυτοκρατορία έχουν συγκρουστεί ούτε λίγο ούτε πολύ με 15 (!) αμοιβαίες κηρύξεις πολέμων που διήρκησαν συνολικά 53 χρόνια μέσα σε αυτά τα 360 χρόνια. Στην περίοδο που μας ενδιαφέρει… τα ‘Ορλωφικά’ ξεσπάνε μέσα στον πόλεμο 1768-1774.

[2] Pierron B. (2004), Εβραίοι και Χριστιανοί στη νεότερη Ελλάδα, Πόλις: Αθήνα, σ. 29-31.

[3] Η Σφαγή των Εβραίων στο Βραχώρι το 1821, περιοδικό Contact, no2, Ιούλιος 2001, Αγρίνιο.

[4] Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν γράφτηκε δύο χρόνια αργότερα από τη σφαγή. Από το 1865 έγινε επίσημα ο ελληνικός εθνικός ύμνος και από το 1966 ο εθνικός ύμνος της Κύπρου.

[5] Τριαρίδης Θ., (2006) Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα, Τυπωθήτω.

[6] Pierron B. (2004), ό. π., σ. 324.

[7] Οι «Χέϋδεν, Δεριγνύ, Κόδριγκτον», όπως αποδόθηκαν τα ονόματά τους στα ελληνικά, οι αρχηγοί των τριών στόλων, τιμήθηκαν αργότερα με ονοματοθεσίες δρόμων στο κέντρο της Αθήνας.