Κι αν είναι οι σχέσεις μας -φιλικές, ερωτικές, πολιτικές- μια συνωμοσία;

Όταν μια γυναίκα κατηγορείται σε ελληνικά ποινικά δικαστήρια πως επιτέλεσε κάποια ενεργητική στάση κοινωνικά ή πολιτικά, στάση που κρίνεται παράνομη προφανώς, αλλά κυρίως στάση που δεν είναι αναμενόμενη για την πρέπουσα (βάλτε εδώ όσα εισαγωγικά θέλετε) ηθική τάξη, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το ελληνικό κράτος έχει τη δυνατότητα –και συνήθως την ασκεί– να γίνει αρκετά αυστηρό απέναντί της. Υπάρχει ένα μακρύ ιστορικό διώξεων και καταδικών εναντίον γυναικών στην ελλάδα μέσα από τις οποίες συνήθως εμπεδώνεται όχι μόνο η λεγόμενη αστική νομιμότητα αλλά βασικότερα μια ηθική και ειδικά έμφυλη τάξη πραγμάτων που φαίνεται να διαταράχτηκε λιγότερο ή περισσότερο προσωρινά. Ένα τέτοιο προφίλ γυναίκας φαίνεται ότι προσπάθησαν να χτίσουν γύρω από το όνομα της Ηριάννας Β.Λ. για την οποία οι δικαστικές περιπέτειες ξεκινήσανε πριν από 4 χρόνια περίπου, όταν κατηγορήθηκε από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία ως μέλος της οργάνωσης Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς.

Πριν εξετάσουμε όμως τη συγκεκριμένη υπόθεση πρέπει να πάμε πιο πίσω και να παρουσιάσουμε με δυο λόγια την υπόθεση της δίωξης ατόμων για τη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς. Κατά τη γνώμη μας, η κίνηση αυτή υπήρξε από την αρχή μέρος μιας προσπάθειας ποινικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων που, πρώτον, τριγυρίζανε τα Εξάρχεια, δεύτερον, δεν σκέφτονταν τα καλύτερα για το ελληνικό κράτος και, τρίτον, η γενιά τους σημαδεύτηκε από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008. Μετά από εκείνον τον ζεστό Δεκέμβρη, το κράτος είχε εφαρμόσει τη γνωστή μέθοδο του μαστίγιου και του καρότου για μια σειρά υποκειμένων των οποίων η συμμετοχή είχε αναγνωριστεί στην εξέγερση –κυρίως τους μαθητές αλλά και τα άτομα ‘δεύτερης γενιάς’. Με την εμφάνιση της Σ.Π.Φ., όμως, οι μπάτσοι παρακολουθούσαν μια φουρνιά ατόμων που είχε περάσει από τα γεγονότα του Δεκέμβρη, να επιλέγει τον δρόμο της κλιμάκωσης του επίπεδου των μέσων βίας που χρησιμοποιούσαν. Το κράτος, έτσι, αντέδρασε γρήγορα ανακοινώνοντας δημόσια πως η ‘εξάρθρωση’ της Σ.Π.Φ. υπολογιζόταν πως αφορούσε περί τα 80 με 120 άτομα, τα οποία ανήκαν σε ένα ευρύ ταξικό φάσμα, συνδέονταν μεταξύ τους μέσω κοινωνικών σχέσεων και δεν είχαν διάθεση να μπουν σε κάποιο διάλογο με το κράτος, όπως συνήθιζαν άλλοι άνθρωποι της ευρύτερης αριστεράς στο παρελθόν. Έτσι, καθώς η Σ.Π.Φ. υπήρξε η μόνη ένοπλη οργάνωση που υπερασπιζόταν την ‘κληρονομιά του Δεκέμβρη’ και υιοθετούσε ένα μη-φορμαλιστικό μοντέλο οργάνωσης, χωρίς αρχηγούς και εκτελεστικά όργανα, η αστυνομία εκμεταλλευόταν την ύπαρξη της οργάνωσης για να ανοίξει τη δαγκάνα της σε ένα ευρύ κοινωνικό δίκτυο, το οποίο ήταν νεαρής ηλικίας, ανένταχτο στις παραδοσιακές ως τότε ομάδες και αριστερές οργανώσεις και αχαρτογράφητο αφού προέκυψε κυρίως μετά τον Δεκέμβρη. Και πράγματι, όπως φάνηκε αργότερα, η πολύπλοκη αυτή μορφή της δομής της οργάνωσης, όσο δυσκόλεψε τους μπάτσους να την αντιμετωπίσουν, άλλο τόσο τους βόλεψε στο σχέδιό τους να χωρέσουν όποιον και όποια ήθελαν σε αυτό το πλαίσιο ποινικοποίησης και να τραβολογήσουν κόσμο χωρίς πολλά πολλά με βασικό κόστος την ψυχική επιβάρυνση των ίδιων και των κοντινών τους βέβαια. Γιατί αν τα άτομα που ανέλαβαν τελικά ευθύνη για τη δράση της Σ.Π.Φ., ‘ανταμείφθηκαν’ με αδιανόητα βαριές ποινές, πιο βαριές και από υποθέσεις όπου «έχει χυθεί αίμα», υπήρξε ένας ευρύς κύκλος ατόμων, φίλων, ερωτικών συντρόφων και συγγενών που έπαιρναν αυτό το ευρύτερο μήνυμα από πλευράς κράτους: η συσχέτιση με ‘τρομοκράτες’ δεν θα γίνει ανεκτή επουδενί.

 

Και όντως εκατοντάδες ήταν αυτές και αυτοί που υπέστησαν την ενόχληση της αστυνομίας και αρκετές δεκάδες, γύρω στα 40 άτομα, διώχθηκαν με την κατηγορία της ένταξης και συμμετοχής στη Σ.Π.Φ. Από αυτά τα άτομα οι περισσότερες και οι περισσότεροι, μετά το τράβηγμα τους με αστήρικτες κατηγορίες στα δικαστήρια, αθωώθηκαν, συχνά, πανηγυρικά. Δέκα από τα άτομα που συνελήφθησαν κατά καιρούς, ανέλαβαν την ευθύνη για τη συμμετοχή τους στη Σ.Π.Φ. Οι δίκες ωστόσο ακόμη και οκτώ περίπου χρόνια αργότερα, δεν έχουν τελειώσει. Αυτό δείχνει ότι το κρατικό ενδιαφέρον για αυτή την υπόθεση δεν έχει μειωθεί, τόσο γιατί η υπογραφή της οργάνωσης συνεχίζει να χρησιμοποιείται σε νέες ενέργειες, όσο βέβαια και γιατί το σχέδιο της χαρτογράφησης αυτής της γενιάς ατόμων δεν έχει ένα φυσικό τέλος.

 

Πριν δέκα μέρες, την 1η του Ιούνη του 2017, δύο άτομα που επίσης οδηγήθηκαν με τραγελαφικά στοιχεία και αστήρικτους ισχυρισμούς σε πρώτο βαθμό στο τριμελές εφετείο Αθηνών, αφού ταλαιπωρήθηκαν επί τέσσερα χρόνια από αναβολή σε αναβολή της δίκης τους, καταδικάστηκαν σε ποινή κάθειρξης 13 χρόνων, χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικών και κυρίως χωρίς αναστολή. Η μία από αυτά τα άτομα είναι η Ηριάννα Λ.Β. η οποία είναι η σύντροφος ενός άλλου ανθρώπου που είχε δικαστεί –και αθωωθεί αμετάκλητα, με πρόταση εισαγγελέα– ως μέλος της Σ.Π.Φ. Πολλά ειπώθηκαν για το γιατί καταδικάστηκε η Ηριάννα Λ.Β. σε 13 χρόνια και σήμερα βρίσκεται στις φυλακές Θήβας. Το πιο σημαντικό που έπρεπε να εξηγηθεί ήταν το γιατί οι δικαστίνες της υπόθεσης της Ηριάννας, κατά παράβαση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, της αρνήθηκαν το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης, δηλαδή την έβαλαν φυλακή χωρίς να της αναγνωρίσουν το δικαίωμα αναστολής της ποινής, μολονότι εκείνη δεν ήταν ύποπτη φυγής. Οι δικηγόροι, καθώς έχουν σπουδάσει βέβαια τη νομική επιστήμη, είναι προφανές ότι προτιμούν τις στενά νομικές αιτιολογήσεις, τις δικαστικές και ίσως τις παρα-δικαστικές, πάντως αυτές που βρίσκονται στο οικείο σύμπαν τους. Αντίστοιχα, δικηγόροι και μη, μια μεγάλη μερίδα κόσμου αρέσκεται να δίνει ευκαιριακές απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Φυσικά έχουν και οι ευκαιριακές απαντήσεις το μερίδιο της αλήθειας τους στην ιστορία, σε κάθε ιστορία. Αλλά συνήθως, όταν η παραβίαση των ίδιων των νόμων του αστικού κράτους είναι τόσο σοβαρή, όταν δηλαδή δεν δίνεται δικαίωμα αναστολής της εκτέλεσης της ποινής 13 χρόνων σε άτομα που το δικαιούνται αυτό το δικαίωμα, τότε ίσως δεν είναι επαρκείς από μόνες τους οι ευκαιριακές απαντήσεις. Έτσι, αυτά που ακούστηκαν αμέσως μετά την καταδίκη και τον εγκλεισμό της Ηριάννας σαν εκτιμήσεις για το γεγονός αυτό, ήταν πως είχε πέσει σε αυτό που οι δικηγόροι λένε «κακή έδρα»… η πρόεδρος του δικαστηρίου κα. Ζωή Δημοπούλου-Αποστολίδου επέδειξε αυστηρότητα γιατί περίμενε την προαγωγή της σε πρόεδρο Εφετών (πράγμα που έγινε έξι μέρες μετά το δικαστήριο)… καθώς και ότι έπαιξε τον επικοινωνιακό της αντίκτυπο η πρόσφατη επίθεση με βόμβα μικρής ισχύος στον πρώην πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο, οπότε υπήρξε πίεση στους δικαστές να βάλουν κάποιον μέσα. Από την άλλη μεριά του φάσματος, αριστεροί δημοσιογράφοι συνήθως αναφέρθηκαν στην περίπτωση του άδικου της καταδίκης της Ηριάννας δίνοντας έμφαση στο ότι είναι υποψήφια διδακτόρισσα του Καποδιστριακού πανεπιστημίου («πώς γίνεται μια υποψήφια διδακτόρισσα να καταδικάζεται ομόφωνα ένοχη και να εγκλείεται στις φυλακές Θήβας;»).

 

Εμείς επειδή δεν είμαστε θαμώνες δικαστηρίων αλλά ούτε και δημοσιογραφικών γραφείων, ας μας επιτραπεί να έχουμε μια διαφορετική προσέγγιση για το θέμα, πιο πολιτική. Και το «πιο πολιτική» δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι ως πολιτικοποιημένα υποκείμενα έχουμε μάθει να διαβάζουμε τις εξελίξεις γύρω από τις ζωές μας υπό αυτό το πρίσμα. Έχει να κάνει και με το ότι οι άλλες ερμηνείες δεν μας φαίνονται καθόλου επαρκείς. Για παράδειγμα, τι χειρότερο είχε η έδρα της Ηριάννας από τις έδρες που μοιράζουνε ποινές δεκαετιών σε εκατοντάδες μεταναστών κάθε πρωί στην Ευελπίδων; Κι αυτοί οι δικαστές φασίστες είναι στην πλειοψηφία τους, ρατσιστές και, ενώ μοιράζουν εξοντωτικές ποινές, κοιμούνται όρθιοι (κυριολεκτικά!!!), όπως κάνανε ακριβώς και στη δίκη της Ηριάννας και είχαμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε. Γιατί μια παράλογη και τελείως ανυπόσταση απόφαση μιας προέδρου Εφετείου την οδηγεί ντε και καλά σε προαγωγή ενώ είναι προφανές ότι το όνομά της την αμέσως επόμενη εβδομάδα του δικαστηρίου θα συζητιέται με τον πλέον αρνητικό τρόπο σε κάθε γωνία και ο ίδιος ο υπουργός δικαιοσύνης θα εξαναγκαστεί λόγω της δημοσιότητας που παίρνει η υπόθεση να ζητήσει το σκεπτικό της απόφασης; Πώς ‘θεραπεύεται’ η ενέργεια κατά του Παπαδήμου έστω και επικοινωνιακά, αφού κανένα μέσο μαζικής ενημέρωσης δεν «διαφήμισε» την καταδίκη του τριμελούς εφετείου Αθηνών; Η δικαστική αντιμετώπιση της Ηριάννας όμως δεν ήταν περισσότερο παράλογη από την ίδια τη δίωξή της, την αστυνομική μηχανορραφία που προηγήθηκε εναντίον της και την κοινή συναίνεση των τότε ανακριτικών-δικαστικών αρχών για να τραβηχτεί στα δικαστήρια εδώ και τέσσερα χρόνια. Μιλάμε δηλαδή για ένα σύνολο ενεργειών οι οποίες ακολουθούν ένα συνεπές σκεπτικό, όσο παράλογα κι αν φαίνονται, όλα τους, ένα-ένα. Ας πούμε παρακάτω λίγα τεχνικά στοιχεία της δίωξης αλλά και της δίκης της Ηριάννας για να φανεί καθαρά αυτό που λέμε.

 

Πριν έξι χρόνια ο φίλος ενός εργάτη σε μια οικοδομή απέναντι από την Πολυτεχνειούπολη βλέπει έναν άνδρα να θάβει στο έδαφος ένα κουτί. Πιστεύοντας πως είναι λίρες, ο άνδρας αυτός πηγαίνει και ξεθάβει το κουτί, στο οποίο όμως ανακαλύπτει όπλα, τα οποία και πιάνει με τα χέρια του (και συνεπώς ‘μολύνει’ με το DNA του). Έπειτα, καλεί την αστυνομία και από εκεί αναλαμβάνει η αντι-τρομοκρατική. Ο άνθρωπος αυτός δεν κλήθηκε σε κανένα δικαστήριο της Ηριάννας και η δοθείσα διεύθυνσή του δεν φαίνεται να αντιστοιχούσε ποτέ σε κανένα τέτοιο υπαρκτό όνομα ή πρόσωπο. Πάνω σε αυτή την εμφανώς ψεύτικη ιστορία, ξεκινά η δίωξη της Ηριάννας, της οποίας το DNA υποτίθεται βρέθηκε πάνω στον γεμιστήρα ενός όπλου. Το δείγμα του DNA μάλιστα που πάρθηκε από το όπλο ήταν μερικό και της κατηγορίας του «μείγματος» –αυτό σημαίνει πρακτικά ότι το δείγμα δεν «έφτανε» ώστε να επανεξεταστεί στο μέλλον και… καταστράφηκε. Να σημειώσουμε ότι σε πολλές χώρες –όπως και σε αυτήν εδώ– σε άλλες υποθέσεις έχει γίνει δεκτό στα δικαστήρια ότι δεν μπορεί να καταδικαστεί κάποιος με μοναδικό στοιχείο ενοχής το DNA, μιας και η ταυτοποίηση των προσωπικών στοιχείων που προσφέρει, δεν είναι πλήρης. Η θεωρούμενη ταύτιση ενός δείγματος DNA ενός κατηγορουμένου σε ένα δικαστήριο, ακόμη και τυπικά, προϋποθέτει αντιστοιχία 16 γενετικών τόπων. Για να το δώσουμε με το παράδειγμα μιας πιστωτικής κάρτας· είναι σαν να λέμε ότι η αντιστοιχία που επιτεύχθηκε στην περίπτωση της Ηριάννας αφορά στα πρώτα οκτώ από τα συνολικά δεκατέσσερα νούμερα της πιστωτικής κάρτας. Με αυτό τον τρόπο προφανώς δεν είναι δυνατό να υποδειχθεί το πρόσωπο στο οποίο ανήκει αυτό το γενετικό υλικό, αλλά αντίστοιχα δεν υφίσταται και απάντηση στην ερώτηση που με μεγάλη όρεξη επαναλάμβαναν πρόεδρος και εισαγγελέας: «Μπορείτε να μας αποκλείσετε ότι δεν αντιστοιχεί σε εκείνη αυτό το δείγμα;». Ξεκαθαρίζουμε ότι στην υπόθεση της Ηριάννας, το μοναδικό ενοχοποιητικό στοιχείο ήταν ένα τέτοιο δείγμα DNA, καθώς δεν προσήλθαν μάρτυρες κατηγορίας –πέρα από έναν μπάτσο που δήλωνε ότι δεν έχει ιδέα για αυτή την ιστορία. Στην περίπτωση της ίδιας δίκης επίσης, δεν ελέγχθηκε ποτέ το DNA του άνδρα που υποτίθεται πως βρήκε και έπιασε τα όπλα, αλλά ούτε και το δείγμα εξετάστηκε σε εργαστηριακά κατάλληλες συνθήκες· όπως διαπίστωσε ένα πραγματογνώμονας που κλήθηκε από τη Γαλλία, π.χ. το όπλο εξετάστηκε στον ίδιο χώρο με προσωπικά αντικείμενα της Ηριάννας, πρακτική που θέτει ξεκάθαρα ζήτημα ‘επιμόλυνσης’ του δείγματος. Το DNA της η Ηριάννα μάλιστα το είχε δώσει αρχικά οικειοθελώς το βράδυ που συνέλαβαν τον σύντροφό της, λίγα χρόνια πριν. Η Ηριάννα σε όλη τη δικογραφία της δεν συνδέεται με καμία απολύτως ενέργεια ή με κανέναν τρόπο γενικότερα με δράσεις και πρόσωπα που έχουν παραδεχθεί ή δεν έχουν παραδεχθεί τη συμμετοχή τους στην οργάνωση της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Η ενοχή της, ωστόσο, κηρύχτηκε ομόφωνα και από τα τρία μέλη του εφετείου, μετά από πρόταση ενοχής της εισαγγελέως Παπαδοπούλου. Δεν προσφέρθηκε καμία αιτιολόγηση για αυτή την ποινή από το αξιότιμο δικαστήριο, ενώ υποτίθεται ότι είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόφασή του με βάση το νόμο. Ομόφωνα απορρίφθηκαν οι αιτήσεις των δικηγόρων για αναγνώριση ελαφρυντικών. Ομόφωνα της επιβλήθηκαν δεκατρία χρόνια κάθειρξης, δήμευση περιουσίας και αφαίρεση πολιτικών δικαιωμάτων για τρία έτη. Ομόφωνα απορρίφθηκε το δικαίωμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής δεκατριών χρόνων και δίχως καμία αιτιολόγηση, ενώ συγκεκριμένα άρθρα της ποινικής δικονομίας δεν επιτρέπουν την απόρριψη της αναστολής παρά μόνον σε αυστηρά προσδιορισμένες περιστάσεις (φυγοδικία, υποψία φυγής κ.τ.λ.), οι οποίες όμως προφανώς δεν αφορούσαν την Ηριάννα, μιας και εκείνη τηρούσε ευλαβικά την τελευταία τετραετία τους κουραστικούς όρους της εμφάνισης σε αστυνομικά τμήματα και της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα.

 

Αν μπήκαμε στην παραπάνω απαρίθμηση των πιο ακραίων νομικών συνιστωσών της καταδίκης της Ηριάννας το κάναμε για να δείξουμε με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι την γυναίκα αυτή τη θέλανε στη φυλακή ανεξαρτήτως του νομικού περιεχομένου της δίωξης. Όποια και όποιος παρευρέθηκε σε αυτή τη δίκη, κατάλαβε τον μη-νομικό χαρακτήρα της από την αρχή, και μέχρι να φτάσει η ώρα της ποινής, ίσως πίστευε κανείς ότι η υπόθεση συνεχίζεται σε ένα τυπικό επίπεδο. Οι ερωτήσεις που απευθύνθηκαν στην Ηριάννα και τους μάρτυρες υπεράσπισής της, δεν είχαν να κάνουν με τις κατηγορίες της ένταξης και της συμμετοχής στη Σ.Π.Φ. μιας και καμία σύνδεση, νομική ή λογική, δεν προσφερόταν στη δικογραφία. Έτσι, οι ερωτήσεις της προέδρου του τριμελούς εφετών αλλά και της εισαγγελέως έτρεχαν κυρίως γύρω από τη σχέση της Ηριάννας με τον ερωτικό σύντροφό της και τους φίλους της. «Γιατί δεν τον χώρισες όταν έμαθες ότι είναι υπόδικος;» Αυτή η ερώτηση και υποτιθέμενη κατηγορία που διατυπώθηκε πολλάκις τόσο προς την Ηριάννα όσο και προς τη μητέρα της έφερνε σε αμηχανία δικηγόρους και παρακολουθούντες τη δίκη.

 

Το κλίμα, αν συνδυάσει κανείς ότι μια γυναίκα κατηγορούταν πως έφερε όπλα και πως ερωτούταν για την ερωτική της σχέση με τον σύντροφό της, σταμπαρισμένο από την Ασφάλεια αλλά αθωωμένο στο δικαστήριο, θύμιζε κάτι από τις δίκες που γίνονταν την περίοδο 1947-1950, τα χρόνια δηλαδή του εμφυλίου στην ελλάδα, όπου δεκάδες γυναίκες διώχτηκαν, φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν με σαθρά κατηγορητήρια, με βάση μόνον το «τεκμήριο της οικογενειακής ευθύνης», καθώς και τη σοβαροφανή επιτέλεση ενός γελοίου ρόλου εκ μέρους των εθνικοφρόνων στρατοδικών της εποχής. Οι, δε, ερωτήσεις προς την Ηριάννα γύρω από τα ονόματα των φίλων της, με ποιους και ποιες κάνει παρέα, παράλληλα με την αλαζονική διάθεση της εισαγγελέως Παπαδοπούλου να ονομάζει αυτούς τους μη-οργανωμένους καν πολιτικά ανθρώπους ως «μέλη των Πυρήνων της Φωτιάς», φαίνονταν τελείως βλακώδεις και μόνον μετά την ποινή των 13 χρόνων χωρίς αναστολή, αναδεικνύονται πια σαν μια διεστραμμένη απειλή για το ποινικό μέλλον αυτής της υπόθεσης.

 

Όλα τα παραπάνω ξαναφέρνουν στο προσκήνιο τη μόνη δυνατή ερμηνεία που αναφέραμε και στην αρχή του κειμένου και δεν είναι ‘παράλογη’. Η υπόθεση των Πυρήνων της Φωτιάς δεν είναι μια υπόθεση σαν τις άλλες, είναι μια υπόθεση στοχοποίησης μιας ευρύτερης γενιάς, ανεξαρτήτως του βαθμού της πολιτικής της εμπλοκής, με μόνο κριτήριο ενοχής της, τις κοινωνικές της σχέσεις. Μέσα σε αυτό το σκεπτικό διώξεων, χωράει να φυλακιστεί και μία υποψήφια διδακτόρισσα, ναι. Μόνο υπό αυτή την οπτική βγάζει κάποιο «νόημα» το να διωχθεί εξαρχής η ερωτική σύντροφος ενός ανθρώπου που είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή στη Σ.Π.Φ. και του οποίου η σχέση του με μέλη της Σ.Π.Φ. υπήρξε φιλική, κάτι το οποίο βέβαια δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ παράνομο, παρά μόνο στη σκέψη κάποιων κρατικών μυαλών. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Ηριάννα δεν φυλακίστηκε για κάτι παράνομο που έκανε. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Ηριάννα φυλακίστηκε για να δοθεί μήνυμα σε άλλους, σε κάτι ευρύτερο και πέρα από την υπόθεσή της. Ήταν ένα μήνυμα για τη Σ.Π.Φ.; Μπορεί. Μπορεί η ενέργεια κατά του Παπαδήμου που προηγήθηκε χρονικά της απόφασης να έπαιξε κάποιο ρόλο στην απόφαση, με την έννοια της κρατικής εκδικητικότητας, ότι «αυτούς που έχουμε τώρα στα χέρια μας από το συνάφι σας, θα τους τσακίσουμε». Έστω κι αν μετά, μέσα από το ίδιο κράτος εμφανιστεί όψιμο ενδιαφέρον για τα ‘ανθρώπινα δικαιώματα’ που παραβιάστηκαν, για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους φυσικά εκ των υστέρων και τα κανάλια των κρατικών διαμεσολαβήσεων.

 

Γνώριζαν τόσο στην αντιτρομοκρατική όσο και στο δικαστικό σώμα ότι η Ηριάννα δεν υπήρξε μέλος της Σ.Π.Φ. Αλλά η αλήθεια αυτή είναι τελείως άσχετη και αδιάφορη για το κράτος. Το ενδιαφέρον τους ήταν αυτή η –έστω μακρινή– μη-ποινική συσχέτιση. Έχει ερωτική σχέση με έναν που είχε κατηγορηθεί επειδή ήταν φίλος άλλων που καταδικάστηκαν… Αλλά αυτό ακριβώς δείχνει και πάλι πως στο στόχαστρο του κράτους ήταν οι σχέσεις και όχι πράξεις. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος υπεράσπισης της Ηριάννας, πέραν της ανάδειξης της κρατικής αυθαιρεσίας: να υπερασπιστούμε τις μεταξύ μας σχέσεις όσο κι αν εκείνοι που καταστρώνουν νοσηρά σχέδια ‘ασφάλειας’, θέλουν να αναδείξουνε τις σχέσεις μας σαν συνωμοσία.

 

 

Λ. & Step tsp 14-06-2017

(το παραπάνω κείμενο βρίσκεται στο 11ο τεύχος του αντιφασιστικού περιοδικού 0151)

Post navigation