Κι αν είναι οι σχέσεις μας -φιλικές, ερωτικές, πολιτικές- μια συνωμοσία;

Όταν μια γυναίκα κατηγορείται σε ελληνικά ποινικά δικαστήρια πως επιτέλεσε κάποια ενεργητική στάση κοινωνικά ή πολιτικά, στάση που κρίνεται παράνομη προφανώς, αλλά κυρίως στάση που δεν είναι αναμενόμενη για την πρέπουσα (βάλτε εδώ όσα εισαγωγικά θέλετε) ηθική τάξη, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το ελληνικό κράτος έχει τη δυνατότητα –και συνήθως την ασκεί– να γίνει αρκετά αυστηρό απέναντί της. Υπάρχει ένα μακρύ ιστορικό διώξεων και καταδικών εναντίον γυναικών στην ελλάδα μέσα από τις οποίες συνήθως εμπεδώνεται όχι μόνο η λεγόμενη αστική νομιμότητα αλλά βασικότερα μια ηθική και ειδικά έμφυλη τάξη πραγμάτων που φαίνεται να διαταράχτηκε λιγότερο ή περισσότερο προσωρινά. Ένα τέτοιο προφίλ γυναίκας φαίνεται ότι προσπάθησαν να χτίσουν γύρω από το όνομα της Ηριάννας Β.Λ. για την οποία οι δικαστικές περιπέτειες ξεκινήσανε πριν από 4 χρόνια περίπου, όταν κατηγορήθηκε από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία ως μέλος της οργάνωσης Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς.

Πριν εξετάσουμε όμως τη συγκεκριμένη υπόθεση πρέπει να πάμε πιο πίσω και να παρουσιάσουμε με δυο λόγια την υπόθεση της δίωξης ατόμων για τη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς. Κατά τη γνώμη μας, η κίνηση αυτή υπήρξε από την αρχή μέρος μιας προσπάθειας ποινικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων που, πρώτον, τριγυρίζανε τα Εξάρχεια, δεύτερον, δεν σκέφτονταν τα καλύτερα για το ελληνικό κράτος και, τρίτον, η γενιά τους σημαδεύτηκε από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008. Μετά από εκείνον τον ζεστό Δεκέμβρη, το κράτος είχε εφαρμόσει τη γνωστή μέθοδο του μαστίγιου και του καρότου για μια σειρά υποκειμένων των οποίων η συμμετοχή είχε αναγνωριστεί στην εξέγερση –κυρίως τους μαθητές αλλά και τα άτομα ‘δεύτερης γενιάς’. Με την εμφάνιση της Σ.Π.Φ., όμως, οι μπάτσοι παρακολουθούσαν μια φουρνιά ατόμων που είχε περάσει από τα γεγονότα του Δεκέμβρη, να επιλέγει τον δρόμο της κλιμάκωσης του επίπεδου των μέσων βίας που χρησιμοποιούσαν. Το κράτος, έτσι, αντέδρασε γρήγορα ανακοινώνοντας δημόσια πως η ‘εξάρθρωση’ της Σ.Π.Φ. υπολογιζόταν πως αφορούσε περί τα 80 με 120 άτομα, τα οποία ανήκαν σε ένα ευρύ ταξικό φάσμα, συνδέονταν μεταξύ τους μέσω κοινωνικών σχέσεων και δεν είχαν διάθεση να μπουν σε κάποιο διάλογο με το κράτος, όπως συνήθιζαν άλλοι άνθρωποι της ευρύτερης αριστεράς στο παρελθόν. Έτσι, καθώς η Σ.Π.Φ. υπήρξε η μόνη ένοπλη οργάνωση που υπερασπιζόταν την ‘κληρονομιά του Δεκέμβρη’ και υιοθετούσε ένα μη-φορμαλιστικό μοντέλο οργάνωσης, χωρίς αρχηγούς και εκτελεστικά όργανα, η αστυνομία εκμεταλλευόταν την ύπαρξη της οργάνωσης για να ανοίξει τη δαγκάνα της σε ένα ευρύ κοινωνικό δίκτυο, το οποίο ήταν νεαρής ηλικίας, ανένταχτο στις παραδοσιακές ως τότε ομάδες και αριστερές οργανώσεις και αχαρτογράφητο αφού προέκυψε κυρίως μετά τον Δεκέμβρη. Και πράγματι, όπως φάνηκε αργότερα, η πολύπλοκη αυτή μορφή της δομής της οργάνωσης, όσο δυσκόλεψε τους μπάτσους να την αντιμετωπίσουν, άλλο τόσο τους βόλεψε στο σχέδιό τους να χωρέσουν όποιον και όποια ήθελαν σε αυτό το πλαίσιο ποινικοποίησης και να τραβολογήσουν κόσμο χωρίς πολλά πολλά με βασικό κόστος την ψυχική επιβάρυνση των ίδιων και των κοντινών τους βέβαια. Γιατί αν τα άτομα που ανέλαβαν τελικά ευθύνη για τη δράση της Σ.Π.Φ., ‘ανταμείφθηκαν’ με αδιανόητα βαριές ποινές, πιο βαριές και από υποθέσεις όπου «έχει χυθεί αίμα», υπήρξε ένας ευρύς κύκλος ατόμων, φίλων, ερωτικών συντρόφων και συγγενών που έπαιρναν αυτό το ευρύτερο μήνυμα από πλευράς κράτους: η συσχέτιση με ‘τρομοκράτες’ δεν θα γίνει ανεκτή επουδενί.

 

Και όντως εκατοντάδες ήταν αυτές και αυτοί που υπέστησαν την ενόχληση της αστυνομίας και αρκετές δεκάδες, γύρω στα 40 άτομα, διώχθηκαν με την κατηγορία της ένταξης και συμμετοχής στη Σ.Π.Φ. Από αυτά τα άτομα οι περισσότερες και οι περισσότεροι, μετά το τράβηγμα τους με αστήρικτες κατηγορίες στα δικαστήρια, αθωώθηκαν, συχνά, πανηγυρικά. Δέκα από τα άτομα που συνελήφθησαν κατά καιρούς, ανέλαβαν την ευθύνη για τη συμμετοχή τους στη Σ.Π.Φ. Οι δίκες ωστόσο ακόμη και οκτώ περίπου χρόνια αργότερα, δεν έχουν τελειώσει. Αυτό δείχνει ότι το κρατικό ενδιαφέρον για αυτή την υπόθεση δεν έχει μειωθεί, τόσο γιατί η υπογραφή της οργάνωσης συνεχίζει να χρησιμοποιείται σε νέες ενέργειες, όσο βέβαια και γιατί το σχέδιο της χαρτογράφησης αυτής της γενιάς ατόμων δεν έχει ένα φυσικό τέλος.

 

Πριν δέκα μέρες, την 1η του Ιούνη του 2017, δύο άτομα που επίσης οδηγήθηκαν με τραγελαφικά στοιχεία και αστήρικτους ισχυρισμούς σε πρώτο βαθμό στο τριμελές εφετείο Αθηνών, αφού ταλαιπωρήθηκαν επί τέσσερα χρόνια από αναβολή σε αναβολή της δίκης τους, καταδικάστηκαν σε ποινή κάθειρξης 13 χρόνων, χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικών και κυρίως χωρίς αναστολή. Η μία από αυτά τα άτομα είναι η Ηριάννα Λ.Β. η οποία είναι η σύντροφος ενός άλλου ανθρώπου που είχε δικαστεί –και αθωωθεί αμετάκλητα, με πρόταση εισαγγελέα– ως μέλος της Σ.Π.Φ. Πολλά ειπώθηκαν για το γιατί καταδικάστηκε η Ηριάννα Λ.Β. σε 13 χρόνια και σήμερα βρίσκεται στις φυλακές Θήβας. Το πιο σημαντικό που έπρεπε να εξηγηθεί ήταν το γιατί οι δικαστίνες της υπόθεσης της Ηριάννας, κατά παράβαση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, της αρνήθηκαν το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης, δηλαδή την έβαλαν φυλακή χωρίς να της αναγνωρίσουν το δικαίωμα αναστολής της ποινής, μολονότι εκείνη δεν ήταν ύποπτη φυγής. Οι δικηγόροι, καθώς έχουν σπουδάσει βέβαια τη νομική επιστήμη, είναι προφανές ότι προτιμούν τις στενά νομικές αιτιολογήσεις, τις δικαστικές και ίσως τις παρα-δικαστικές, πάντως αυτές που βρίσκονται στο οικείο σύμπαν τους. Αντίστοιχα, δικηγόροι και μη, μια μεγάλη μερίδα κόσμου αρέσκεται να δίνει ευκαιριακές απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Φυσικά έχουν και οι ευκαιριακές απαντήσεις το μερίδιο της αλήθειας τους στην ιστορία, σε κάθε ιστορία. Αλλά συνήθως, όταν η παραβίαση των ίδιων των νόμων του αστικού κράτους είναι τόσο σοβαρή, όταν δηλαδή δεν δίνεται δικαίωμα αναστολής της εκτέλεσης της ποινής 13 χρόνων σε άτομα που το δικαιούνται αυτό το δικαίωμα, τότε ίσως δεν είναι επαρκείς από μόνες τους οι ευκαιριακές απαντήσεις. Έτσι, αυτά που ακούστηκαν αμέσως μετά την καταδίκη και τον εγκλεισμό της Ηριάννας σαν εκτιμήσεις για το γεγονός αυτό, ήταν πως είχε πέσει σε αυτό που οι δικηγόροι λένε «κακή έδρα»… η πρόεδρος του δικαστηρίου κα. Ζωή Δημοπούλου-Αποστολίδου επέδειξε αυστηρότητα γιατί περίμενε την προαγωγή της σε πρόεδρο Εφετών (πράγμα που έγινε έξι μέρες μετά το δικαστήριο)… καθώς και ότι έπαιξε τον επικοινωνιακό της αντίκτυπο η πρόσφατη επίθεση με βόμβα μικρής ισχύος στον πρώην πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο, οπότε υπήρξε πίεση στους δικαστές να βάλουν κάποιον μέσα. Από την άλλη μεριά του φάσματος, αριστεροί δημοσιογράφοι συνήθως αναφέρθηκαν στην περίπτωση του άδικου της καταδίκης της Ηριάννας δίνοντας έμφαση στο ότι είναι υποψήφια διδακτόρισσα του Καποδιστριακού πανεπιστημίου («πώς γίνεται μια υποψήφια διδακτόρισσα να καταδικάζεται ομόφωνα ένοχη και να εγκλείεται στις φυλακές Θήβας;»).

 

Εμείς επειδή δεν είμαστε θαμώνες δικαστηρίων αλλά ούτε και δημοσιογραφικών γραφείων, ας μας επιτραπεί να έχουμε μια διαφορετική προσέγγιση για το θέμα, πιο πολιτική. Και το «πιο πολιτική» δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι ως πολιτικοποιημένα υποκείμενα έχουμε μάθει να διαβάζουμε τις εξελίξεις γύρω από τις ζωές μας υπό αυτό το πρίσμα. Έχει να κάνει και με το ότι οι άλλες ερμηνείες δεν μας φαίνονται καθόλου επαρκείς. Για παράδειγμα, τι χειρότερο είχε η έδρα της Ηριάννας από τις έδρες που μοιράζουνε ποινές δεκαετιών σε εκατοντάδες μεταναστών κάθε πρωί στην Ευελπίδων; Κι αυτοί οι δικαστές φασίστες είναι στην πλειοψηφία τους, ρατσιστές και, ενώ μοιράζουν εξοντωτικές ποινές, κοιμούνται όρθιοι (κυριολεκτικά!!!), όπως κάνανε ακριβώς και στη δίκη της Ηριάννας και είχαμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε. Γιατί μια παράλογη και τελείως ανυπόσταση απόφαση μιας προέδρου Εφετείου την οδηγεί ντε και καλά σε προαγωγή ενώ είναι προφανές ότι το όνομά της την αμέσως επόμενη εβδομάδα του δικαστηρίου θα συζητιέται με τον πλέον αρνητικό τρόπο σε κάθε γωνία και ο ίδιος ο υπουργός δικαιοσύνης θα εξαναγκαστεί λόγω της δημοσιότητας που παίρνει η υπόθεση να ζητήσει το σκεπτικό της απόφασης; Πώς ‘θεραπεύεται’ η ενέργεια κατά του Παπαδήμου έστω και επικοινωνιακά, αφού κανένα μέσο μαζικής ενημέρωσης δεν «διαφήμισε» την καταδίκη του τριμελούς εφετείου Αθηνών; Η δικαστική αντιμετώπιση της Ηριάννας όμως δεν ήταν περισσότερο παράλογη από την ίδια τη δίωξή της, την αστυνομική μηχανορραφία που προηγήθηκε εναντίον της και την κοινή συναίνεση των τότε ανακριτικών-δικαστικών αρχών για να τραβηχτεί στα δικαστήρια εδώ και τέσσερα χρόνια. Μιλάμε δηλαδή για ένα σύνολο ενεργειών οι οποίες ακολουθούν ένα συνεπές σκεπτικό, όσο παράλογα κι αν φαίνονται, όλα τους, ένα-ένα. Ας πούμε παρακάτω λίγα τεχνικά στοιχεία της δίωξης αλλά και της δίκης της Ηριάννας για να φανεί καθαρά αυτό που λέμε.

 

Πριν έξι χρόνια ο φίλος ενός εργάτη σε μια οικοδομή απέναντι από την Πολυτεχνειούπολη βλέπει έναν άνδρα να θάβει στο έδαφος ένα κουτί. Πιστεύοντας πως είναι λίρες, ο άνδρας αυτός πηγαίνει και ξεθάβει το κουτί, στο οποίο όμως ανακαλύπτει όπλα, τα οποία και πιάνει με τα χέρια του (και συνεπώς ‘μολύνει’ με το DNA του). Έπειτα, καλεί την αστυνομία και από εκεί αναλαμβάνει η αντι-τρομοκρατική. Ο άνθρωπος αυτός δεν κλήθηκε σε κανένα δικαστήριο της Ηριάννας και η δοθείσα διεύθυνσή του δεν φαίνεται να αντιστοιχούσε ποτέ σε κανένα τέτοιο υπαρκτό όνομα ή πρόσωπο. Πάνω σε αυτή την εμφανώς ψεύτικη ιστορία, ξεκινά η δίωξη της Ηριάννας, της οποίας το DNA υποτίθεται βρέθηκε πάνω στον γεμιστήρα ενός όπλου. Το δείγμα του DNA μάλιστα που πάρθηκε από το όπλο ήταν μερικό και της κατηγορίας του «μείγματος» –αυτό σημαίνει πρακτικά ότι το δείγμα δεν «έφτανε» ώστε να επανεξεταστεί στο μέλλον και… καταστράφηκε. Να σημειώσουμε ότι σε πολλές χώρες –όπως και σε αυτήν εδώ– σε άλλες υποθέσεις έχει γίνει δεκτό στα δικαστήρια ότι δεν μπορεί να καταδικαστεί κάποιος με μοναδικό στοιχείο ενοχής το DNA, μιας και η ταυτοποίηση των προσωπικών στοιχείων που προσφέρει, δεν είναι πλήρης. Η θεωρούμενη ταύτιση ενός δείγματος DNA ενός κατηγορουμένου σε ένα δικαστήριο, ακόμη και τυπικά, προϋποθέτει αντιστοιχία 16 γενετικών τόπων. Για να το δώσουμε με το παράδειγμα μιας πιστωτικής κάρτας· είναι σαν να λέμε ότι η αντιστοιχία που επιτεύχθηκε στην περίπτωση της Ηριάννας αφορά στα πρώτα οκτώ από τα συνολικά δεκατέσσερα νούμερα της πιστωτικής κάρτας. Με αυτό τον τρόπο προφανώς δεν είναι δυνατό να υποδειχθεί το πρόσωπο στο οποίο ανήκει αυτό το γενετικό υλικό, αλλά αντίστοιχα δεν υφίσταται και απάντηση στην ερώτηση που με μεγάλη όρεξη επαναλάμβαναν πρόεδρος και εισαγγελέας: «Μπορείτε να μας αποκλείσετε ότι δεν αντιστοιχεί σε εκείνη αυτό το δείγμα;». Ξεκαθαρίζουμε ότι στην υπόθεση της Ηριάννας, το μοναδικό ενοχοποιητικό στοιχείο ήταν ένα τέτοιο δείγμα DNA, καθώς δεν προσήλθαν μάρτυρες κατηγορίας –πέρα από έναν μπάτσο που δήλωνε ότι δεν έχει ιδέα για αυτή την ιστορία. Στην περίπτωση της ίδιας δίκης επίσης, δεν ελέγχθηκε ποτέ το DNA του άνδρα που υποτίθεται πως βρήκε και έπιασε τα όπλα, αλλά ούτε και το δείγμα εξετάστηκε σε εργαστηριακά κατάλληλες συνθήκες· όπως διαπίστωσε ένα πραγματογνώμονας που κλήθηκε από τη Γαλλία, π.χ. το όπλο εξετάστηκε στον ίδιο χώρο με προσωπικά αντικείμενα της Ηριάννας, πρακτική που θέτει ξεκάθαρα ζήτημα ‘επιμόλυνσης’ του δείγματος. Το DNA της η Ηριάννα μάλιστα το είχε δώσει αρχικά οικειοθελώς το βράδυ που συνέλαβαν τον σύντροφό της, λίγα χρόνια πριν. Η Ηριάννα σε όλη τη δικογραφία της δεν συνδέεται με καμία απολύτως ενέργεια ή με κανέναν τρόπο γενικότερα με δράσεις και πρόσωπα που έχουν παραδεχθεί ή δεν έχουν παραδεχθεί τη συμμετοχή τους στην οργάνωση της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς. Η ενοχή της, ωστόσο, κηρύχτηκε ομόφωνα και από τα τρία μέλη του εφετείου, μετά από πρόταση ενοχής της εισαγγελέως Παπαδοπούλου. Δεν προσφέρθηκε καμία αιτιολόγηση για αυτή την ποινή από το αξιότιμο δικαστήριο, ενώ υποτίθεται ότι είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόφασή του με βάση το νόμο. Ομόφωνα απορρίφθηκαν οι αιτήσεις των δικηγόρων για αναγνώριση ελαφρυντικών. Ομόφωνα της επιβλήθηκαν δεκατρία χρόνια κάθειρξης, δήμευση περιουσίας και αφαίρεση πολιτικών δικαιωμάτων για τρία έτη. Ομόφωνα απορρίφθηκε το δικαίωμα αναστολής εκτέλεσης της ποινής δεκατριών χρόνων και δίχως καμία αιτιολόγηση, ενώ συγκεκριμένα άρθρα της ποινικής δικονομίας δεν επιτρέπουν την απόρριψη της αναστολής παρά μόνον σε αυστηρά προσδιορισμένες περιστάσεις (φυγοδικία, υποψία φυγής κ.τ.λ.), οι οποίες όμως προφανώς δεν αφορούσαν την Ηριάννα, μιας και εκείνη τηρούσε ευλαβικά την τελευταία τετραετία τους κουραστικούς όρους της εμφάνισης σε αστυνομικά τμήματα και της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα.

 

Αν μπήκαμε στην παραπάνω απαρίθμηση των πιο ακραίων νομικών συνιστωσών της καταδίκης της Ηριάννας το κάναμε για να δείξουμε με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι την γυναίκα αυτή τη θέλανε στη φυλακή ανεξαρτήτως του νομικού περιεχομένου της δίωξης. Όποια και όποιος παρευρέθηκε σε αυτή τη δίκη, κατάλαβε τον μη-νομικό χαρακτήρα της από την αρχή, και μέχρι να φτάσει η ώρα της ποινής, ίσως πίστευε κανείς ότι η υπόθεση συνεχίζεται σε ένα τυπικό επίπεδο. Οι ερωτήσεις που απευθύνθηκαν στην Ηριάννα και τους μάρτυρες υπεράσπισής της, δεν είχαν να κάνουν με τις κατηγορίες της ένταξης και της συμμετοχής στη Σ.Π.Φ. μιας και καμία σύνδεση, νομική ή λογική, δεν προσφερόταν στη δικογραφία. Έτσι, οι ερωτήσεις της προέδρου του τριμελούς εφετών αλλά και της εισαγγελέως έτρεχαν κυρίως γύρω από τη σχέση της Ηριάννας με τον ερωτικό σύντροφό της και τους φίλους της. «Γιατί δεν τον χώρισες όταν έμαθες ότι είναι υπόδικος;» Αυτή η ερώτηση και υποτιθέμενη κατηγορία που διατυπώθηκε πολλάκις τόσο προς την Ηριάννα όσο και προς τη μητέρα της έφερνε σε αμηχανία δικηγόρους και παρακολουθούντες τη δίκη.

 

Το κλίμα, αν συνδυάσει κανείς ότι μια γυναίκα κατηγορούταν πως έφερε όπλα και πως ερωτούταν για την ερωτική της σχέση με τον σύντροφό της, σταμπαρισμένο από την Ασφάλεια αλλά αθωωμένο στο δικαστήριο, θύμιζε κάτι από τις δίκες που γίνονταν την περίοδο 1947-1950, τα χρόνια δηλαδή του εμφυλίου στην ελλάδα, όπου δεκάδες γυναίκες διώχτηκαν, φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν με σαθρά κατηγορητήρια, με βάση μόνον το «τεκμήριο της οικογενειακής ευθύνης», καθώς και τη σοβαροφανή επιτέλεση ενός γελοίου ρόλου εκ μέρους των εθνικοφρόνων στρατοδικών της εποχής. Οι, δε, ερωτήσεις προς την Ηριάννα γύρω από τα ονόματα των φίλων της, με ποιους και ποιες κάνει παρέα, παράλληλα με την αλαζονική διάθεση της εισαγγελέως Παπαδοπούλου να ονομάζει αυτούς τους μη-οργανωμένους καν πολιτικά ανθρώπους ως «μέλη των Πυρήνων της Φωτιάς», φαίνονταν τελείως βλακώδεις και μόνον μετά την ποινή των 13 χρόνων χωρίς αναστολή, αναδεικνύονται πια σαν μια διεστραμμένη απειλή για το ποινικό μέλλον αυτής της υπόθεσης.

 

Όλα τα παραπάνω ξαναφέρνουν στο προσκήνιο τη μόνη δυνατή ερμηνεία που αναφέραμε και στην αρχή του κειμένου και δεν είναι ‘παράλογη’. Η υπόθεση των Πυρήνων της Φωτιάς δεν είναι μια υπόθεση σαν τις άλλες, είναι μια υπόθεση στοχοποίησης μιας ευρύτερης γενιάς, ανεξαρτήτως του βαθμού της πολιτικής της εμπλοκής, με μόνο κριτήριο ενοχής της, τις κοινωνικές της σχέσεις. Μέσα σε αυτό το σκεπτικό διώξεων, χωράει να φυλακιστεί και μία υποψήφια διδακτόρισσα, ναι. Μόνο υπό αυτή την οπτική βγάζει κάποιο «νόημα» το να διωχθεί εξαρχής η ερωτική σύντροφος ενός ανθρώπου που είχε κατηγορηθεί για συμμετοχή στη Σ.Π.Φ. και του οποίου η σχέση του με μέλη της Σ.Π.Φ. υπήρξε φιλική, κάτι το οποίο βέβαια δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ παράνομο, παρά μόνο στη σκέψη κάποιων κρατικών μυαλών. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Ηριάννα δεν φυλακίστηκε για κάτι παράνομο που έκανε. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Ηριάννα φυλακίστηκε για να δοθεί μήνυμα σε άλλους, σε κάτι ευρύτερο και πέρα από την υπόθεσή της. Ήταν ένα μήνυμα για τη Σ.Π.Φ.; Μπορεί. Μπορεί η ενέργεια κατά του Παπαδήμου που προηγήθηκε χρονικά της απόφασης να έπαιξε κάποιο ρόλο στην απόφαση, με την έννοια της κρατικής εκδικητικότητας, ότι «αυτούς που έχουμε τώρα στα χέρια μας από το συνάφι σας, θα τους τσακίσουμε». Έστω κι αν μετά, μέσα από το ίδιο κράτος εμφανιστεί όψιμο ενδιαφέρον για τα ‘ανθρώπινα δικαιώματα’ που παραβιάστηκαν, για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους φυσικά εκ των υστέρων και τα κανάλια των κρατικών διαμεσολαβήσεων.

 

Γνώριζαν τόσο στην αντιτρομοκρατική όσο και στο δικαστικό σώμα ότι η Ηριάννα δεν υπήρξε μέλος της Σ.Π.Φ. Αλλά η αλήθεια αυτή είναι τελείως άσχετη και αδιάφορη για το κράτος. Το ενδιαφέρον τους ήταν αυτή η –έστω μακρινή– μη-ποινική συσχέτιση. Έχει ερωτική σχέση με έναν που είχε κατηγορηθεί επειδή ήταν φίλος άλλων που καταδικάστηκαν… Αλλά αυτό ακριβώς δείχνει και πάλι πως στο στόχαστρο του κράτους ήταν οι σχέσεις και όχι πράξεις. Αυτός είναι και ο μόνος τρόπος υπεράσπισης της Ηριάννας, πέραν της ανάδειξης της κρατικής αυθαιρεσίας: να υπερασπιστούμε τις μεταξύ μας σχέσεις όσο κι αν εκείνοι που καταστρώνουν νοσηρά σχέδια ‘ασφάλειας’, θέλουν να αναδείξουνε τις σχέσεις μας σαν συνωμοσία.

 

 

Λ. & Step tsp 14-06-2017

(το παραπάνω κείμενο βρίσκεται στο 11ο τεύχος του αντιφασιστικού περιοδικού 0151)

0151 # 11

 

Σχετικά με τα γεγονότα της Πάρμα

Σίγουρα θα θυμάστε την είδηση σχετικά με τον ομαδικό βιασμό στην Πάρμα, όπου κάποιοι νεολαίοι κατηγορούνται ότι βίασαν ομαδικά, μέσα σε ένα χώρο αντιφασιστικό και αυτοδιαχειριζόμενο, μια κοπέλα που είχε χάσει τις αισθήσεις της. H δίκη στην οποία κατηγορούνται αυτοί οι άνδρες ξεκίνησε μετά από έρευνα πάνω σε ένα βίντεο όπου φαίνεται τι έχει συμβεί και το οποίο τεκμηριώνει την κατηγορία του ομαδικού βιασμού. Στο βάθρο βρίσκεται η κοπέλα αρκετά μόνη της στο να αντιμετωπίσει την ακροαματική διαδικασία, την αδιαφορία, ακόμα και την περιθωριοποίηση από τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που γίνονται ασπίδα υπεράσπισης των κατηγορουμένων αντί της υπεράσπισης του «υποτιθέμενου» θύματος. Προκειμένου να σπάσει η σιωπή παρενέβησαν κάποιες συλλογικότητες (Generiot, ArtLab Occupato, Casa Cantoniera Autogestita, Rete Diritti in Casa, Parma Antifascista).

Μια άλλη πραγματικότητα παίρνει τον λόγο σήμερα με αυτό το κάλεσμα, που το υπογράφουν οι ομάδες Romantic Punx και Guerriere Sailors. Αυτές οι ομάδες μαζεύουν κείμενα στήριξης και σε περίπτωση που θέλετε να συνεισφέρετε στείλτε το στο romantikpunx@gmail.com.

Μια μεγάλη αγκαλιά στη γυναίκα που αντιμετωπίζει μια δίκη πάνω στο ίδιο της το σώμα, με όρους νομικούς και κοινωνικούς, με αποτέλεσμα τον εξοστρακισμό της από διάφορους πολιτικούς χώρους και στέκια. Μια αγκαλιά σε όσες/όσους αναλογίζονται τον σεξισμό μέσα στα κινήματα γιατί είναι αναγκαίο να τον δούμε εις βάθος για να τον χτυπήσουμε.

Καλή Ανάγνωση.

 

Σχετικά με τα γεγονότα της Πάρμας μέσα στο στέκι της RAF. Πώς να αποκαταστήσετε 4 θραύσματα πριν κάτι σπάσει ολοκληρωτικά.

 

Τον Σεπτέμβρη του 2010 στην οδό Testi στην Πάρμα, ένας ακαθόριστος αριθμός ατόμων (από 4 μέχρι 6) πήρε μέρος είτε ως δράστης είτε ως θεατής σε έναν ομαδικό βιασμό μιας γυναίκας, που μόλις πριν λίγο καιρό είχε γίνει 18 χρονών.

Η κακοποίηση έλαβε χώρα σε ένα υποκείμενο εντελώς αναίσθητο, μια κατάσταση που φαίνεται αδύνατο να έχει προέλθει μονάχα από τη μικρή ποσότητα κρασιού που η ίδια θυμάται να είχε πιεί. Κατά τη διάρκεια του βιασμού ήταν ανίκανη να δώσει οποιαδήποτε συναίνεση ή να προβάλλει την οποιαδήποτε αντίδραση φυσική ή προφορική. Αυτό το γνωρίζουμε γιατί οι βιαστές της τράβηξαν την σκηνή με το κινητό. Αυτό που φαίνεται από το εν λόγω βίντεο δεν αφήνει αμφιβολία σχετικά με την ενοχή των δραστών. Μια φρικτή ενοχή, η οποία διαφαίνεται και από την βούληση τους να προβούν με μανία στη διείσδυση ενός καπνογόνου στο σώμα της.

Δεν θέλαμε να μπούμε σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες, όμως αυτό το στοιχείο είναι καθοριστικής σημασίας από την στιγμή που αυτό το αντικείμενο – δηλαδή το καπνογόνο – τους μήνες που ακολούθησαν το βιασμό έγινε το υποτιμητικό παρατσούκλι που χρησιμοποιήθηκε για το θύμα. Το κορίτσι του καπνογόνου δεν μπορούσε αλήθεια να φανταστεί ότι αυτό που είχε συμβεί εκείνη την νύχτα, το οποίο λόγω φόβου ποτέ δεν το κατήγγειλε, είτε και λόγω ντροπής και επιθυμίας να το κρύψει στη λήθη, θα γινότανε ένα ακόμα viral φαινόμενο.

Εκείνο το βίντεο το είδανε δεκάδες άτομα, το ξαναείδανε μέχρι να γίνει σύμβολο του εγκλήματος τους και της δική της διαπόμπευσης, ένα άσεμνο θεαματάκι για να γελάνε ή να καυχιούνται.

Και μέχρι εδώ όλα κακά. Ή μάλλον χείριστα. Όμως τα χειρότερα ήρθαν μετά, γιατί στην οδό Testi, δεν υπήρχε μια παμπ, μια ντισκοτέκ ή μια προσωπική κατοικία, και φυσικά ούτε κάποιο σκοτεινό και απειλητικό, ούτε ένα κακόφημο στενό μιας επικίνδυνης συνοικίας. Στην οδό Testi υπήρχε ένα κτίριο τέτοιο όπως πολλά άλλα της Χώρας μας. Ήταν διαφορετικό από τα υπόλοιπα κτίρια που τα μπερδεύεις το ένα με το άλλο, διαφορετικό γιατί μέσα σε αυτή τη βαρετή μπετόν αρμέ πολυκατοικία ήταν το στέκι της RAF (Αντιφασιστικό Δίκτυο της Πάρμας) και όσοι εμπλέκονται σε αυτή την ιστορία βίας και τρόμου είναι άνδρες και γυναίκες πους συμμετέχουν στη RAF.

Κι εδώ κάτι σπάει.

 

ΡΩΓΜΗ ΠΡΩΤΗ

Είμαστε πεπεισμένοι ότι ο φασισμός δεν είναι ένα αποκλειστικό φαινόμενο που ανήκει στην ιταλική Ιστορία του 20ου αιώνα. Πιστεύουμε επίσης ότι οι φασίστες δεν είναι μόνο αυτοί οι νοσταλγοί εκείνης της εποχής, γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο ένα κόμμα, ένα καθεστώς του παρελθόντος, η μια πολιτική παράταξη στην οποία θα ενταχθείς ή την οποία θα πολεμήσεις. Ο φασισμός είναι πάνω από όλα μια νοοτροπία, ένας τρόπος να σκέφτεσαι, να δρας, να πολεμάς και να μισείς. Είναι φασίστας όποιος κάνει κατάχρηση της δύναμης του για να κανονικοποιήσει, να συμμορφώσει την διαφορετικότητα και να καταπιέσει τις μειονότητες. Είναι φασίστας όποιος χρησιμοποιεί την αδυναμία των άλλων για να επιβάλει με τη βία την επιθυμία του. Είναι φασίστας όποιος κάνει διακρίσεις με βάση την σεξουαλικότητα, το φύλο, το σώμα, το πνεύμα, την θρησκεία, το είδος και την ηλικία.

Δεν μπορούμε σήμερα να μιλάμε για αντιφασισμό χωρίς να καταδικάζουμε κάθε σεξισμό ή σπισισμό, γιατί ο αγώνας για την απελευθέρωση της γυναίκας από τον άνδρα, είναι ένας πόλεμος για την ελευθερία και την άμυνα των καταπιεσμένων, των ζώων και της Γης. Ένας πόλεμος ενάντια στην απελπισία, την αδιαφορία και την εξουσία που καταπιέζει.

Ένας βιασμός είναι πάντα και σε κάθε περίπτωση μια φασιστική δράση, ακόμα και αν αυτός που τον διαπράττει δηλώνει αντιφασίστας. Ο αντιφασισμός δεν είναι μόνο ένα σύνθημα να φωνάζεις στο γήπεδο ή ένα ραφτό να βάλεις στο φλάι σου. Να είσαι αντιφασίστας σημαίνει να σκέφτεσαι και να δρας αντιφασιστικά.

Όποιος αναπνέει, κινείται και μιλάει από την δική μας πλευρά του οδοφράγματος, και τολμάει να έχει φασιστικές συμπεριφορές θα χτυπιέται αντίστοιχα με έναν ανεγκέφαλο βρωμοφασίστα.

Και τις μέρες, εβδομάδες, μήνες μετά τον βιασμό; Η κοπέλα δεν το καταγγέλλει στην αστυνομία, δεν το λέει σε κανένα, το βίντεο συνεχίζει να κυκλοφορεί, όλοι το βλέπουνε αλλά κανείς δεν ΒΛΕΠΕΙ βιασμό. Οι άνδρες γύρω από αυτό το τραπέζι όπου αυτή κείτονταν αβοήθητη, συνεχίζουν να πηγαίνουν σε πορείες, σε συναυλίες σε καταλήψεις και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους. Και γελάνε, μιλάνε, πίνουν τις μπύρες τους, βγαίνουν με τύπισσες, δένονται με νέες παρέες, παρόλο που κυκλοφορεί ένα βίντεο όπου «κάνουν σεξ» με μια γυναίκα που μοιάζει νεκρή. Δεν πιστεύουν ότι έσφαλαν κάπου και κανένας δεν τους το επισημαίνει. Η κοπέλα δεν μπορεί να θυμηθεί καθαρά, αλλά ξέρει ότι εκείνη η παρέα της έχει κάνει κάτι άσχημο, και θέλει να μάθει γιατί την αποκαλούν με αυτό το παρατσούκλι, γιατί οι «σύντροφοι» της Πάρμας (και όχι μόνο) την λένε Καπνογόνο. Είναι τελικά ένας φίλος της που της το αποκαλύπτει, της λέει: «είναι εξαιτίας εκείνου του βίντεο, με αυτό που είχε γίνει εκείνο το βράδυ…».

 

ΡΩΓΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Αν μια γυναίκα ή ένας άνδρας αντιλαμβάνονται μια συμπεριφορά ως ενοχλητική ή βίαιη, αυτή αποτελεί παρενόχληση.

Μια γυναίκα ή ένας άνδρας δεν έχουν την δυνατότητα να συναινέσουν από την στιγμή που οι αντιδράσεις τους είναι εμφανώς αλλοιωμένες λόγω της επιρροής αλκοόλ ή ναρκωτικών. Χωρίς συναίνεση είναι βιασμός.

Μπορεί να συμβεί να νιώσουμε κακοποιημένες ή κατεστραμμένες μετά από μια σεξουαλική πράξη, ακόμα και στην περίπτωση που αρχικά είχαμε συναινέσει. Το να αγνοείς συνειδητά ή μη τα σημάδια δυσφορίας του άλλου είναι βία.

Αν μια γυναίκα αισθάνεται ευχαρίστηση κατά την διάρκεια μιας σεξουαλικής πράξης, το εκφράζει. Η παντελής παθητικότητα κάποιες φορές μπορεί να είναι σημάδι μιας δυσφορίας που δεν καταφέρνει να εκφραστεί περαιτέρω. Μια σιωπή δεν ισοδυναμεί με μια συναίνεση. Χωρίς συναίνεση είναι βιασμός.

Το να βιντεοσκοπείς μια σεξουαλική πράξη χωρίς συγκατάθεση είναι βία. Να διαδίδεις ένα βίντεο μιας σεξουαλικής πράξης (πόσο μάλλον ενός βιασμού) χωρίς την συγκατάθεση των εμπλεκόμενων υποκειμένων είναι βία.

Και δεν έχει σημασία αν σε άλλες φάσεις είχαμε συναινέσει σε πράξεις τέτοιας φύσεως, σεξουαλικής ή συναισθηματικής. Η βία πολύ συχνά συμβαίνει μέσα στους τέσσερις τοίχους. Μέσα σε τοίχους σπιτιών, τοίχους σχέσεων, τοίχους της συμμετοχής σε κάποια κοινωνική ομάδα· αυτό όμως δεν κάνει αυτή τη βία λιγότερο σοβαρή. Κατ’ επέκταση η ηθική (προσωπική και πολιτική) μιας γυναίκας, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό για να την καταχραστεί ένας άντρας. Αν δεν υπάρχει συναίνεση και ερχόμαστε αντιμέτωπες/οι με λόγια, συμπεριφορές ή πράξεις που μας υποβιβάζουν ή είναι βίαιες αυτό είναι βιασμός.

Και αυτό θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτο για όποιον αυτοαποκαλείται αντιφασίστας και άρα αντισεξιστής.

Οποιοσδήποτε δεν το καταλαβαίνει αυτό και δεν διαχωρίζει την διαφορά μεταξύ μιας γυναίκας που απολαμβάνει και παίζει και μιας γυναίκας που υφίσταται τη βία, θα χτυπιέται όπως ένας φασίστας, ένας φαλλοκράτης και ένας φρικτός σκατοκέφαλος.

Ο βιασμός – υποβαθμισμένος σε ένα γελοίο θέαμα που χρησιμοποιεί την ανθρώπινη δυστυχία από άνδρες και γυναίκες από τους/τις οποίους/οποίες λείπουν όχι μόνο οι θεωρητικές βάσεις, αλλά και η καρδιά και το κεφάλι για να καταλάβουν – με αυτόν τον τρόπο θα έμενε ατιμώρητος. Ένα αποκρουστικό βάρος να βαραίνει αποκλειστικά το θύμα, το οποίο στο μεσοδιάστημα καταρρέει ψυχολογικά, και παρασύρεται σε μια δίνη αυτοτραυματισμού και απελπισμένης αναζήτησης στοργής και ζεστασιάς, μια δίνη προς τα κάτω, φτιαγμένη από λάθος επιλογές, σχέσεις τοξικές και σκατοκαταστάσεις προβλέψιμες ή μη, τις οποίες μπορούμε να φανταστούμε ακόμα και χωρίς να γκουγκλάρουμε «σύνδρομο μετατραυματικού στρες μετά από σεξουαλική κακοποίηση». Αυτή, μόνη της με τους δαίμονες της, οι άλλοι, οι βιαστές (και οι θεατές αυτής της φρίκης), ανάμεσά μας.

Στο μεταξύ τον Αύγουστο του 2013 ένας αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός εκρήγνυται μερικά μόλις μέτρα από τα γραφεία της Casa Pound στην Πάρμα και ξεκινούν έρευνες οι οποίες, όπως είναι αναμενόμενο, στοχεύουν στο αντιφασιστικό και στο αναρχικό κίνημα της Πάρμας και των γύρω περιοχών.

Άλλοι λένε ότι κάποιος το σφύριξε στην αστυνομία, άλλοι λένε ότι ήταν η ίδια η Casa Pound που έκανε την καταγγελία, ίσως και να ήταν η κανονική διαδικασία των ερευνών. Λίγο μας ενδιαφέρει το πως, αυτό που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι εκείνο το βίντεο – το οποίο είχαν τραβήξει και είχαν διαδώσει οι βιαστές – καθώς και ένα όνομα ήρθε στην κατοχή των ανακριτών: το όνομα και το επώνυμο εκείνης που πολλοί είχανε αποκαλέσει το κορίτσι-καπνογόνο.

Μόνη, με τους δαίμονες της, και έναν απροσδιόριστο αριθμό καραμπινιέρων που της κάνουν ερωτήσεις για ώρες. Την ρωτούν ποιες είναι οι σχέσεις της με αυτήν την ομάδα ανδρών και γυναικών που συναντιούνται στο στέκι της RAF, την ρωτούν αν συχνάζει εκεί, αν είναι φίλοι της, αν είναι οι σύντροφοί της.

Όχι, δεν συχνάζει εκεί.

Γιατί δεν συχνάζει; Έχει μήπως μαλώσει; Της έχουνε κάνει κάτι; Αυτή έχει πάει ποτέ στην οδό Testi; Και τί της έχει συμβεί στην οδό Testi; Μετά παίρνουνε το βίντεο και της το δείχνουν. Κι άλλες ερωτήσεις. Είναι η ίδια στο βίντεο; Ποιοι ήτανε εκείνο το βράδυ στην οδό Testi; Αρχίζουν να της δίνουν ονόματα. Εκείνος ήταν; Αυτός εδώ μήπως; Είσαι σίγουρη ότι δεν ήταν και κάποιος άλλος; Μερικοί ταυτοποιήθηκαν από το βίντεο. Ακούγονται και κάποιες φωνές; Τίνος είναι αυτές οι φωνές;

Μετά από ατελείωτες ώρες βγαίνουν στην επιφάνεια ονόματα ατόμων που εκείνη θυμάται από το στέκι της RAF την ημέρα του βιασμού. Και πόσοι/ες… πόσοι/ες από εμάς θα ήταν πραγματικά σε θέση, παρ’ όλες τις συνεπέστατες πολιτικές μας πεποιθήσεις, να μην σπάσουν;

 

ΡΩΓΜΗ ΤΡΙΤΗ

Όποιος αυτοαποκαλείται «αναρχικός» θα πρέπει να απορρίπτει το Κράτος και τους μηχανισμούς του και να αποκηρύσσει την αστική δικαιοσύνη γιατί το νόμιμο δεν ισοδυναμεί με το δίκαιο. Οι αναρχικοί, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να ψάχνουν να διορθώσουν την αδικία με το να απευθύνονται κατευθείαν σε αυτούς που φτιάχνουν τους νόμους, τους επιβάλλουν και τιμωρούν όποιον δεν τους σέβεται. Κι αυτό γιατί η αναρχία σημαίνει αυτοοργάνωση και αυτοδιαχείριση, και απώτερος σκοπός της είναι το καλό της κοινότητας το οποίο υπερβαίνει το ατομικό συμφέρον.

Αλλά αν για να διατηρήσουμε και να εξασφαλίσουμε το καλό μιας ομάδας, θα πρέπει να ισοπεδώσουμε μερικά άτομα, να σιωπήσουμε απέναντι στον πόνο τους, και να γυρίσουμε την πλάτη στα πολιτικά ιδανικά μας; Μπορούμε ακόμα να θεωρούμαστε αναρχικοί;

Αν αρνηθούμε την τυφλή και μουγκή δικαιοσύνη που επιβάλλεται από τα πάνω και τιμωρεί όποιον δεν την υπακούει, μπορούμε να αντιγράψουμε αυτό το μοντέλο επιβάλλοντας τη στείρα θεωρία, εις βάρος της ανεπάρκειας της ενσυναίσθησης, της κοινής λογικής και του ανθρωπισμού;

«Όποιος μιλάει με την αστυνομία είναι ρουφιάνος και δεν πρέπει να πατάει πόδι στους χώρους μας.»

Τότε λοιπόν ας αναρωτηθούμε γιατί οι πρώτοι που ΒΛΕΠΟΥΝ τον βιασμό σε εκείνο το βίντεο, το οποίο πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες έχουν παρακολουθήσει, ήταν οι καραμπινιέροι και οι δικαστές. Γιατί μια κοπέλα η οποία υπέστη αυτού του είδους τη βία βρέθηκε μόνη της και απροετοίμαστη «στα χέρια» των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες έχουν εκπαιδευτεί και είναι έτοιμες να χρησιμοποιήσουν προς όφελος τους αυτές τις καταστάσεις; Πού ήμασταν (εμείς οι γυναίκες) αυτά τα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από την ημέρα του βιασμού μέχρι την μέρα που δύο περιπολικά έψαξαν την γυναίκα αυτή στο πατρικό της σπίτι; Γιατί, αντί να διαδίδεται το βίντεο, να διαπομπεύεται η κοπέλα, να οργανώνονται συνελεύσεις στις οποίες συμμετέχουν οι βιαστές, δεν χτίστηκε ένα τείχος υπεράσπισης της κοπέλας; Γιατί χάριν της διάσωσης της ομάδας αποφασίστηκε να εγκαταλειφτεί το άτομο που είχε πραγματικά ανάγκη;

«Τα ευάλωτα άτομα αποδυναμώνουν το κίνημα γιατί μπορούν να χειραγωγηθούν από μπάτσους και φασίστες».

Εμείς αντιθέτως πιστεύουμε ότι το κίνημα είναι αδύναμο όταν δεν είναι σε θέση να δεχθεί και να προστατέψει τους αδύναμους και τους καταπιεσμένους. Πιστεύουμε ότι το κίνημα αποδυναμώνεται όταν οχυρώνεται πίσω από θεωρίες περί καθαρότητας και ακεραιότητας, χωρίς να είναι ικανό να στεγάσει (και να ενημερώσει και επηρεάσει) ακόμη και εκείνους που δεν υπακούν στα Αγία Γραπτά του τέλειου επαναστάτη. Είμαστε σθεναρά πεπεισμένες ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να δικάσουμε πολιτικά κάποια που έχει υποστεί την βία των βιαστών (αρχικά) και του Κράτους (μετέπειτα), γιατί η αντίδραση της δεν μετακινεί σε δεύτερο πλάνο την καταδίκη του βιασμού και της σεξιστικής βίας από όποιον δηλώνει σύντροφος, αναρχικός και αντιφασίστας. Αν είναι να προχωρήσουμε σε ένα πολιτικό δικαστήριο ας το κάνουμε και σε όποιον βίασε και διέδωσε εκείνο το βίντεο, σε όποιον την αποκάλεσε καπνογόνο και εν αρχή ας το κάνουμε και σε εμάς τους ίδιους. Εμείς είμαστε οι πρώτες που πρέπει να μπαίνουμε στην θέση των κατηγορούμενων και να σκεφτούμε τι σκατά είχαμε στο κεφάλι μας, όταν δεν θέλαμε να πάρουμε θέση γιατί «κακοποιήθηκε, ΑΛΛΑ…».

Κατά την διάρκεια της ανάκρισης που πραγματοποιήθηκε χρόνια μετά τον βιασμό, συντάχθηκε από την αστυνομία μια κατάθεση, την οποία η κοπέλα υπέγραψε, με τα ονόματα αυτών που θυμόταν από εκείνο το βράδυ στην οδό Testi. Μεταξύ αυτών των ονομάτων κατηγορήθηκε και ένα άτομο το οποίο απέδειξε ότι βρισκότανε στο εξωτερικό την εποχή του συμβάντος, το οποίο κατόπιν αθωώθηκε από το Κράτος. Από τα υπόλοιπα άτομα που αναφέρθηκαν και κλήθηκαν από τις Αστυνομικές Δυνάμεις ως άτομα που ήξεραν για τα γεγονότα, 4 άνδρες κατηγορήθηκαν μετέπειτα και στο δικαστήριο (από τα οποία ένας δεν εμφανίστηκε λόγω απουσίας στο εξωτερικό) γιατί αναγνωρίστηκαν από το βίντεο.

Ας θυμηθούμε ότι πρόκειται για ένα άτομο το οποίο ποτέ δεν κατήγγειλε, και δεν είχε καμία πρόθεση να το κάνει, όμως βρέθηκε να πρέπει να παραστεί ως πολιτική αγωγή σε μια δίκη για το έγκλημα του ομαδικού βιασμού. Όχι για κάποια πολιτική δράση, για κάποια δράση του κινήματος, αλλά για μια βία σαρκική με επιβαρυντικό ότι το θύμα είχε χάσει τις αισθήσεις του όταν την υπέστη. Σε αυτό προστίθενται και τέσσερα άτομα τα οποία κατηγορούνται ως υποκινητές, τα οποία σύμφωνα με την εισαγγελική έρευνα, είτε είπαν ψέματα προκειμένου να καλύψουν τους βιαστές, είτε απείλησαν το θύμα με σκοπό να την κάνουν να αποκρύψει την βία την οποία υπέστη. Αμέτρητα τα μηνύματα, αμέτρητες και οι απειλές και οι σεξιστικές προσβολές που την βομβάρδισαν από τη στιγμή που ξεκίνησαν οι καταγγελίες. Αρκετές ήταν οι φορές στις οποίες απομακρύνθηκε βιαίως από αυτοδιαχειριζόμενους και κατειλημμένους χώρους, χωρίς καν να της δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί η γνώμη της.

Όσο μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό το γεγονός να βρίσκεσαι «αναμειγμένη» με την δικαιοσύνη, δεν θεωρούμε ότι η αδυναμία της είναι αρκετή για να δικαιολογήσει τις κινήσεις εναντίον της. Μάλιστα, για να «εκδικηθεί» για αυτούς που κλήθηκαν από τις Ένοπλες Δυνάμεις ή αλλιώς να προστατέψει τους βιαστές, τέθηκε σε λειτουργία ένας αδίστακτος μηχανισμός, ο οποίος τροφοδοτούνταν από παράλογες φωνές, απειλές, ακόμα και φυσικές επιθέσεις εναντίον της. Να την αποκαλούν «ρουφιάνα», να της συμπεριφέρονται ως ρουφιάνα, το μήνυμα ελήφθη: είναι πιο σοβαρό το να καταγγείλεις ένα βιασμό, από το να βιάσεις. Παρόλο που ο βιασμός έγινε μέσα σε έναν πολιτικό χώρο, το να παρθεί θέση θεωρούνταν δύσκολο διότι εκείνη έκανε εκείνο, είπε το άλλο, και γιατί αυτή είναι… Εμείς όμως δεν πιστεύουμε ότι όποιος την καταδικάζει επειδή μίλησε με τις Ένοπλες Δυνάμεις το θέλει αυτό. Ελπίζουμε σθεναρά ότι το κίνημα είναι αρκετά ώριμο και έξυπνο για να ξεχωρίσει τα δύο πράγματα και να εντάξει τα γεγονότα στα πλαίσια τα οποία ανήκουν. Να καταδικάσει τη βία χωρίς «ναι μεν, αλλά» κι ύστερα, σε κάποιο άλλο στέκι και με τα σωστά μέσα, να αναλογιστούμε για το πώς δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις αυτού που συνέβη.

 

* ΤΑ ΣΩΣΤΑ ΜΕΣΑ: πόσοι από εμάς της έγραψαν ή ζήτησαν την εκδοχή της;

Πόσοι από μας την έβρισαν με ανώνυμα μηνύματα στο Facebook και έπειτα την μπλόκαραν κιόλας αφαιρώντας της την πιθανότητα να μιλήσει; Πόσοι από μας διέδωσαν τις «φωνές» που είχαν διασπείρει οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, χωρίς να αμφισβητήσουν την πηγή τους; Πόσοι από εμάς θεώρησαν πιο σοβαρό παράπτωμα μια υποτιθέμενη προδοσία από έναν βιασμό; Πόσοι από μας κατηγορούν την αστική Δικαιοσύνη και ύστερα πλάθουν τις δικές τους κατηγορίες χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους και τεχνικές; Πόσοι ζήτησαν να δουν οι ίδιο το βίντεο «γιατί αλλιώς δεν το πιστεύουμε»; Έτσι σκεφτόμαστε ότι πρέπει να αποδίδεται η δικαιοσύνη στο εσωτερικό των χώρων μας;

 

ΡΩΓΜΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Βασική αρχή του αντισεξισμού θα έπρεπε να είναι η δύναμη να καταδικάζεις οποιαδήποτε μορφή βίας κατά των γυναικών που στοχεύει στην γυναικεία τους υπόσταση. Αυτό δεν σημαίνει να υπερασπίζεσαι μια γυναίκα λόγω μεροληψίας, αλλά να καταδικάζεις κάθε βιασμό ακόμα και όταν έχει γίνει από «συντρόφους», φίλους ή άνδρες που αγαπάμε. Ακόμα και όταν το θύμα είναι μια γυναίκα που μας είναι μισητή, ασήμαντη ή εχθρική. Ακόμα και αν αυτή μας έχει κάνει κάποιο κακό. Μια φεμινίστρια δεν προσβάλει μια άλλη γυναίκα για την εμφάνιση της, τις σεξουαλικές προτιμήσεις ή τις ερωτικές της ορέξεις. Μια φεμινίστρια δεν χρησιμοποιεί εκφράσεις βίαιες και φαλλοκρατικές εναντίον μιας άλλης γυναίκας.

Όσο και αν τα κίνητρα μπορεί να φαίνονται ευγενή, η σεξιστική βία (φυσική και λεκτική) για εμάς είναι καταδικαστέα, απαράδεκτη και θα παλέψουμε σκληρά εναντίον της.

Συμπεραίνοντας.

Αν ως αναρχικοί θέλουμε να δημιουργήσουμε μια άλλου είδους κοινωνικοποίηση στο εσωτερικό των ελευθεριακών μας χώρων, όπου διεκδικούμε τις ιδέες μας και τα σώματα μας, αρνούμαστε τον ρόλο των θεσμών σε κάθε έκφανσή του και αγωνιζόμαστε απέναντι στο μακρύ ένοπλο χέρι του κράτους, τόσο πολύ ώστε να αποκαλέσουμε κατευθείαν «ρουφιάνο» όποιον καταγγείλει έναν σύντροφο, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε τώρα τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια στα οποία θα έπρεπε να είχαμε ψάξει πώς να προστατεύσουμε ένα θύμα, έχοντας επίγνωση του ρόλου μας, πριν την δικαστική μηχανή, πριν κοιτάξουμε κατάπληκτοι την συναισθηματική κατάρρευση μιας γυναίκας. Έξι χρόνια σιωπής.

Επίσης ξέραμε καλά ότι η ομερτά ήταν πάντα πιστή σύντροφος της πατριαρχικής βίας.

Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ελευθεριακό ένα μέρος στο οποίο μπορεί να λάβει χώρα μια βία τόσο βαριά όπως ένας βιασμός, και αναρχικό εκείνον που χρησιμοποιεί επιθέσεις σαν αυτές που καταδικάζουμε της πατριαρχικής, φασιστικής, γεμάτης ομερτά και βίαιης κοινωνίας; Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτούς τους χώρους απελευθερωμένους και εμάς ελεύθερους;

Αυτό που συνέβη σε εκείνη θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε από εμάς. Αν αφήσουμε στην άκρη την αφηρημένη θεωρία, τον τυποποιημένο μιλιταρισμό και την κυριαρχία των αρχιδάτων (που προτιμάμε να αφήνουμε στους ιεροκήρυκες, τους φαντάρους και τους νταήδες), δεν μπορούμε παρά να ζηλέψουμε αυτή και την δύναμη της σήμερα, γιατί όλο αυτό που έχει ζήσει θα είχε μάλλον ισοπεδώσει πολλές από εμάς.

Αυτή την απίστευτη δύναμη που δείχνει με το να διεκδικεί το δικαίωμα να συχνάζει στους χώρους μας και το θάρρος της απέναντι στην αισχρότητα που συνεχίζεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου, όπου βρίσκεται – μπροστά στα μάτια των βιαστών της – να αναβιώνει κάθε στιγμή, κάθε συναίσθημα, κάθε μνήμη που συνδέεται με εκείνη την νύχτα και την προσωπική της ζωή στο παρελθόν και στο παρόν.

Και είναι με την δική της δύναμη, η οποία ενώνεται με την δική μας θέληση να αγωνιστούμε στο όνομα της ευχαρίστησης, της ειρωνείας και της αντίδρασης ενάντια στο υπάρχον που διεκδικούμε με την ίδια αναγκαιότητα που προκύπτει από την πανκ ύπαρξή μας. Θα υπάρχει ο χρόνος για καλογραμμένες ανακοινώσεις και για διαδικασίες επί μακρόν, αρκετά μακροπρόθεσμες δράσεις για να προετοιμάσουμε επαναστατικά τους κόσμους μας – ήδη το προσπαθούμε μέσα μας, στα κλειστά όπως και στους χώρους μας – όμως τώρα είναι καιρός για τα λόγια κραυγές, της ξεχαρβαλωμένης τρέλας των τριών ακόρντων που ηχούν με όλη μας την δύναμη, της ατελούς ομορφιάς, των συγχυσμένων μας ψυχών, γιατί ανέκαθεν το πανκ μας μάθαινε να χρησιμοποιούμε την καρδιά και το κεφάλι για να θέτουμε σε συζήτηση και να αντιστεκόμαστε σε κάθε απόπειρα καταστολής και υποταγής στην νόρμα.

Και σήμερα στεκόμαστε στα πόδια μας, όρθιοι σαν καρφιά που σπινθηροβολούν μέσα στην νύχτα όμορφα πράγματα, εναντίον της βιαιοπραγίας που διεξήχθη εκείνο το βράδυ στην οδό Testi, την ντροπή εκείνου του βίντεο που διαδόθηκε και τον τρόμο εκείνου του παρατσουκλιού. Εναντίον της εγκατάλειψης μιας γυναίκας και εναντίον της ανικανότητας να δουν την κατάρρευσή της. Εναντίον της ομερτά και του τείχους της σιωπής. Εναντίον των μέσων και των λόγων που υιοθετήθηκαν απέναντι σ’ αυτήν. Εναντίον όποιου την δίκασε, την καταδίκασε και την τιμώρησε βασιζόμενος σε φωνές και γεγονότα ατελή και μερικά. Εναντίον όποιου την έβρισε, της επιτέθηκε, και την απομάκρυνε από τους κατειλημμένους χώρους με την χρήση βίας…

Και εναντίον όλων αυτών ανοίξαμε τα στόματα μας και βγάλαμε αυτή την κραυγή.

0151 # 10

 

Όταν το κράτος μας βοηθάει / antifa negativeμια πόλη, μια μέρα, δύο διαδηλώσεις-η ελληνικότητα ως σύστημα εξουσίας / antigreek émigrés‘Though this may be madness…’ το fight back στο Κοντροσόλ και στη Ρέπλικα!Οι σύντροφοί μας δεν βιάζουν: ανταπόκριση από ΠάρμαΓια μια κουβέντα που ξεκίνησε (και μένει να συνεχιστεί) στο Χαλάνδριή οι φασίστες ή εμείς / antifa negative / Ημερολόγιο ΡατσισμούΟ κύκλος της ευθύνης [Ανδρικές Άμυνες, vol. 2, μέρος γ’] / stepanyan tspSay it Loud! Έλληνες Ποτέ!

 

75% Βερύκιοι

 

Την Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017, στην πρωινή εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού Alpha «Happy Day» ο δημοσιογράφος Δήμος Βερύκιος, σε ζωντανή σύνδεση από την ραδιοφωνική εκπομπή που διατηρεί στον ραδιοφωνικό σταθμό του Alpha είπε πως: «το παγκόσμιο χρήμα είναι συγκεντρωμένο σε τρεις πόλους: αυτοί διαφεντεύουν αυτή τη στιγμή τον πλανήτη. Ο ένας πόλος είναι οι τράπεζες, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Μέσα απ’ αυτό το τραπεζικό σύστημα δύο είναι οι βασικοί πόλοι που παίζουν το παιχνίδι. Ο ένας είναι το εβραϊκό λόμπυ, ισχυρό, ισχυρότατο στην Αμερική και όχι μόνον! Παντού στα μεγάλα ντίλς θα συναντήσεις κι από πίσω κι έναν Εβραίο! Ή έναν μασόνο!». Οι μόνοι που διαμαρτυρήθηκαν, όπως είναι ευνόητο σε μια χώρα 75% Βερύκιων, είναι το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδας.[1]

Ο αντισημιτισμός που επιστράτευσε ο Βερύκιος για να αναλύσει τις πολιτικές/οικονομικές εξελίξεις, δεν είναι ένα φαινόμενο που κινείται στο περιθώριο τούτης της κοινωνίας. Ο Βερύκιος πράγματι επικαλέστηκε την παραδοσιακή αντιεβραϊκή ρητορική ενός αντισημιτικού εξηγητικού μοντέλου που το συναντάμε παντού: στην αριστερά και τη δεξιά – καθώς, τον τελευταίο μισό αιώνα, ο αντισημιτισμός αποτελεί ανεπίσημη παντιέρα όλου αυτού του πολιτικού φάσματος σε όλη την Ευρώπη – αλλά και στο λεωφορείο, στην καφετέρια, στο σπίτι… παντού! Δηλαδή, ο Βερύκιος, που στην ουσία παρουσιάζει την άποψή του χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με την εποχή του Γ´ Ράιχ, δεν είναι παρά άλλη μια βαρετή κοινοτοπία του μέσου αγανακτισμένου έλληνα που έχει ως κυρίαρχο καθεστώς αλήθειας ένα βαθιά ριζωμένο και ευρύτατα εμπεδωμένο απαντητικό σχήμα που ξεκινάει με την παρουσίαση των ελλήνων – των κατεξοχήν θυτών επί ελληνικού εδάφους – ως θύματα, και ύστερα επιχειρεί να εξηγήσει τις ραγδαίες, θεμελιώδεις διαδικασίες αλλαγής που πράγματι έχουν απογίνει απειλητικές για πολλούς ανθρώπους.

Στα πλαίσια αυτού του σχήματος, ο εβραίος αναπαρίσταται ως μια καρικατούρα που αντλεί ζωτική ενέργεια από την κοινωνική δυστυχία. Ο αντισημίτης ορίζει τον εβραίο ως μια εχθρική και ταυτόχρονα ισχυρή ετερότητα που υποσκάπτει την υποτιθέμενη ενότητα του λαϊκού κοινωνικού σώματος, πλάθοντας μια φαντασιακή σχέση μεταξύ ξενιστή (η παραγωγική τάξη των ελλήνων) και παρασίτου (του εβραϊκού λόμπι που απομυζεί το μόχθο των άλλων). Έτσι αφήνουν οι Βερύκιοι, και σαν πιστά σκυλιά του λαού και του κράτους τους που είναι, εντελώς έξω από το κάδρο της κριτικής τόσο τα ίδια τα αφεντικά τους που είναι ελληνοχριστιανικής καταγωγής βέβαια, όσο χαϊδεύουν και τα αυτιά των μικροαστών ελλήνων που νανουρίζονται στα εθνικιστικά παραμύθια πως είναι άμοιροι κάθε ευθύνης για την κρίση τους.

Αλλά ο Βερύκιος γνωρίζει ότι ποντάρει σε σίγουρο άλογο. Ο λόγος που ανασύρει σήμερα στη ναζιστική και προ-ναζιστική γερμανία είχε μεγάλη επιτυχία και διάδοση, έγινε κτήμα των μαζών και απέκτησε ανατρεπτική χροιά με τη μορφή του λαϊκού (volkish) αντικαπιταλισμού. Τέθηκε και εκδηλώθηκε ως ένα είδος αντίδρασης, δηλαδή, απέναντι «στους ισχυρούς του κόσμου», και όχι απλά ως μια αναμέτρηση με το ξένο/διαφορετικό για την υπεράσπιση του «Volkskörper» («λαϊκού σώματος» στη γλώσσα των ναζί). Η σύγκριση με τις χρήσεις του γερμανικού αντισημιτισμού δεν συνιστά υπερβολή γιατί 70 χρόνια μετά την εξόντωση του ευρωπαϊκού εβραϊσμού, κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν ξέρει τι κατάληξη και τι βάρος έχουν αυτά που λέει. Εξάλλου, ο αντισημιτισμός δεν έμεινε στη γερμανία. Οι ελληνικές φυλλάδες, οι έλληνες Βερύκιοι κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής της ελλάδας έγραφαν στη Θεσσαλονίκη:

«Από σήμερον οι Εβραίοι θ’ απασχολούνται εις έργα παραγωγικά… Η Θεσσαλονίκη επανηγύρισε σήμερον. Χάρις εις την ωραίαν έμπνευσιν των Αρχών Κατοχής, χιλιάδες Ισραηλιτών που ησχολούντο με παρασιτικά επαγγέλματα, θα εργασθούν τώρα. Θα γίνουν παραγωγικοί. […] Χιλιάδες λαού πάσης ηλικίας και τάξεως συγκεντρώθησαν διά να απολαύσουν το θέαμα της περισυλλογής εξ χιλιάδων περίπου ανθρώπων της μαύρης αγοράς, οι οποίοι θα τοποθετηθούν όπως τους αρμόζει, όπου θα είναι ακίνδυνοι διά τον τόπον και ωφέλιμοι κατά το δυνατόν […] Ο ελληνικός πληθυσμός με μεγάλην ευχαρίστησιν και ανακούφισιν, είδε να λαμβάνεται το ευεργετικόν αυτό μέτρον της χρησιμοποιήσεως, δηλαδή, των παρασιτικών εις έργα κοινής ωφελείας[2]

 

Για τους αντισημίτες στο πρόσωπο του εβραίου αποδιδόταν διαχρονικά η πηγή της εξουσίας, ο καπιταλιστικός/οικονομικός φιλελευθερισμός και τα εκφυλιστικά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού. Ο αντισημιτισμός δεν στοχοποιεί απλά την εβραϊκή ταυτότητα, αλλά της αποδίδει μεταφυσικές, ασύμμετρες δυνάμεις, μαζί με την θέληση για συνωμοσία και παγκόσμια κυριαρχία, έλεγχο του κόσμου, των media, των τραπεζών, της μουσικής βιομηχανίας και του κινηματογράφου κλπ. Ο εβραίος γίνεται μετωνυμία του καπιταλιστή και εμπειρική ενσάρκωση ενός συστήματος αφαιρέσεων, είναι η κρυμμένη αιτία που προβάλλεται ως ενσάρκωση του ριζικού κακού, στο οποίο και αποδίδεται από τον όχλο η πηγή όλων του των δεινών. Μια κοσμοθεωρία που έχει αντίκρισμα και απήχηση στο 75% αυτού που ονομάζεται ελληνικός λαός, όπως έδειξαν πρόσφατες έρευνες. Κοσμοθεωρία που αποτέλεσε, ωστόσο, και στοιχείο της καρδιάς και του πυρήνα του ναζισμού. Γεγονός που με τη σειρά του καταργεί κάθε ερμηνεία που θέλει τον αντισημιτισμό να αποτελεί πια ένα επουσιώδες και παρωχημένο σημείο ερμηνείας του κόσμου, την οποία μια σύγχρονη αντιφασιστική ανάλυση θα μπορούσε να ταξινομήσει ως μια μορφή ρατσισμού δίπλα σε όλες τις άλλες ή/και να την προσπεράσει. «Ο ρατσισμός σπανίως, απ’ όσο ξέρω, συγκροτεί ένα ολόκληρο σύστημα με το οποίο επιδιώκει να εξηγήσει τον κόσμο. Ο αντισημιτισμός είναι μια πρωτόγονη κριτική του κόσμου, της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Ο λόγος που τον θεωρώ ιδιαίτερα επικίνδυνο για την αριστερά είναι ακριβώς επειδή ο αντισημιτισμός έχει μια ψευδο-χειραφετησιακή διάσταση την οποία άλλες μορφές ρατσισμού σπανίως διαθέτουν.» γράφει σωστά ο Moishe Postone.

 

Τα απαράλλαχτο μοτίβο που ακολουθεί αυτός ο λόγος είναι να συρρικνώνει και να ανάγει την κινητήρια δύναμη των κοινωνικών εξελίξεων σε μια κλίκα μιας οικονομικής ελίτ που κινεί τα νήματα σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο. Επιστρατεύεται, δηλαδή, ένα αξιοπρόσεχτο μείγμα στοιχείων των κοινωνικών συνθηκών, ημιτελών γνώσεων και παρανοήσεων ως δεδομένα. Παρουσιάζει τις μάζες ως αθύρματα, θύματα που δεν έχουν παρά παθητικό ρόλο στις κοινότητες τις οποίες αποτελούν ενεργά μέλη, διαγράφοντας, έτσι, την όποια αυτενέργειά τους. Οι ρήτορες αντισημίτες, συνωμοσιολόγοι και άλλοι παρόμοιοι μιλούν από τη θέση ενός ανήκειν σ’ έναν κλειστό κύκλο μυημένων, πεφωτισμένων ανθρώπων οι οποίοι κατέχουν μια αλήθεια που η πλειοψηφία δεν είναι ακόμη έτοιμη να την ακούσει, να τη δεχτεί – και γι’ αυτό εκθέτουν τις πληροφορίες τους βάσει μιας άτυπης ιεραρχικής κλίμακας, από τις πιο απλές που μπορεί να τις αφομοιώσει ο μέσος συνομιλητής μέχρι να καταλήξουν στη σταθερή και διαχρονική δόλια παρουσία του ισχυρού εβραίου.

 

Ο κάθε Βερύκιος το κάνει αυτό με μια τσάμπα ευκολία βέβαια, μέσα τη σταθερή του θέση μπροστά από τον τηλεοπτικό φακό. Δεκαπέντε μέρες πριν την παγκόσμια μέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος όλα αυτά μας θυμίζουν και πάλι τις δύο βεβαιότητες που ανέκαθεν είχαμε για τον ελληνικό αντισημιτισμό. Πρώτον, παραμένει ακμαίος, ωμός και αχαλιναγώγητος όπως τον γνωρίζαμε. Δεύτερον, οι θεσμικοί παράγοντες, οι επίσημες αρχές, οι φιλελέδες και οι ακαδημαϊκοί δεν πρόκειται να κάνουν κάτι παραπάνω για αυτό πέρα από το να βγάζουν λόγους στις ημέρες μνήμης των νεκρών εβραίων, αφήνοντας βέβαια στην τύχη τους, τους ζωντανούς ακόμη εβραίους. Η έκφραση αντισημιτισμού πρέπει να έχει ένα κόστος.

 

 

Antigreek emigre

      16.1.2017

[1] Μια πρόσφατη έρευνα (Μάϊος 2014, Anti-Defamation League) δείχνει ότι το 69% των ερωτηθέντων στην ελλάδα ενστερνίζεται αντισημιτικές απόψεις. Πρόκειται για ένα ποσοστό που είναι συγκρίσιμο με αυτό της Σαουδικής Αραβίας, μεγαλύτερο σε σχέση με το Ιράν (56%) και σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τη θεωρούμενη ως δεύτερη πιο αντισημιτική χώρα της Ευρώπης, τη Γαλλία (37%). Επόμενη έρευνα τον Ιανουάριο του 2015 από το Α.Π.Θ. και τις πρεσβείες Αγγλίας, Καναδά, Ρουμανίας έδειξαν περαιτέρω αύξηση των αντισημιτικών αντιλήψεων στον ελληνικό πληθυσμό. Είχε μεσολαβήσει έρευνα από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη όπου οι έλληνες σε ποσοστά εξαιρετικά ψηλά προέκριναν αντισημιτικές «απόψεις». Το 75,25% για παράδειγμα, των ερωτώμενων έδειξε ότι πιστεύει ότι η ελληνική κρίση ήταν προσχεδιασμένη από ξένα κέντρα… Για παλιότερες έρευνες από τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 βλέπε και Antisemitism in Contemporary Greek Society, Daniel Perdurant (The Vidal Sassoon International Center for the Study of Antisemitism, 1995) και Anti-Semitism in Greece: Embedded in Society: An Interview with Moses Altsech, στο Post-Holocaust and Anti-Semitism, No. 23, 1 August 2004 / 14 Av 5764.

 

Για την ανακοίνωση του ΚΙΣΕ βλ. Ανακοίνωση για τις αντισημιτικές δηλώσεις του δημοσιογράφου Δήμου Βερύκιου στον τηλεοπτικό σταθμό Alpha, 13.1.2017, στην ιστοσελίδα του ΚΙΣΕ. Η τραγική μοναξιά των ελλήνων εβραίων δεν φαίνεται βέβαια μόνον και από το ότι κανείς δεν μιλάει ενάντια σε τέτοιες ακραίες αντισημιτικές δηλώσεις πέρα από τους ίδιους – που να ‘ναι άραγε οι ακαδημαϊκοί αντισημιτο-λόγοι και λοιποί πωρωμένοι με τους νεκρούς εβραίους της Σοά; – αλλά και από το ότι μπροστά στο αυτονόητο της εξύβρισης των εβραίων από τον κάθε τυχάρπαστο, ακόμη και η θεσμική υπεράσπιση των μειονοτήτων πάει για μπάνιο… «1. Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου… στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους της που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία, όταν η συμπεριφορά αυτή εκδηλώνεται κατά τρόπο που μπορεί να υποκινήσει βία ή μίσος ή ενέχει απειλητικό ή υβριστικό χαρακτήρα κατά μίας τέτοιας ομάδας ή μέλους της, τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου.» Άρθρο 2 του ν. 927/1979.

[2] Αναφέρεται στο άρθρο του Γιώργου Μαργαρίτη, “Αντισημιτισμός: «τεχνικές» παράμετροι” που συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Εβραϊκές Κοινότητες ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, 15ος-20ος αιώνας: Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός (Ισνάφι, 2016).

Είμαστε όλοι μετανάστες?

b125996 metanastes-grafiti we-are-all-immigrants

 

‘Είμαστε όλοι μετανάστες!’ λέει ένα σύνθημα που κάνει εδώ και χρόνια την εμφάνισή του σε τοίχους και κείμενα και αφίσες πολιτικών ομάδων και πιο πρόσφατα σε τίτλους αριστερών μπλογκς και ακαδημαϊκών βιβλίων. Πάντοτε μας έκανε να νιώθουμε άβολα. Παλιότερα το εντυπωσιοθηρικό αυτό σύνθημα ίσως να είχε πράγματι μια έντονη χροιά αλληλεγγύης, ποτέ όμως δεν αποτελούσε αντικειμενική περιγραφή της πραγματικότητας. Ομολογούμε ότι το βρίσκουμε εκνευριστικά προβληματικό διότι πλέον έχει πάρει χαρακτήρα παραχάραξης και διαστρέβλωσης, και θέλουμε να πούμε τα εξής:

Η πολιτική ορθότητα, στη συγκεκριμένη περίπτωση τουλάχιστον, είναι εκείνο το στοιχειώδες επίπεδο διατύπωσης απόψεων προκειμένου να μην καταλήξουμε στον ανορθολογισμό και τη σύγχυση. Φυσικά, πολλοί σε αυτή την κοινωνία μπορεί να βιώνουν στην καθημερινότητά τους πολλές δυσμενείς συνθήκες (αν και με τελείως διαφορετικούς όρους απ’ ότι οι μετανάστες), δεν αμφιβάλλουμε. Εδώ όμως δεν τίθεται ζήτημα πιθανοτήτων. Διότι δεν είναι η ποσότητα των συνθηκών αυτών που σου προσδίδουν ή καθορίζουν την μεταναστευτική σου ιδιότητα, αλλά η ποιότητά τους σε συνδυασμό με την ένταση των ενεργειών του συνόλου ενός λαού που ενωμένος απέναντί μας τραβάει το ίδιο σχοινί – αυτό του ρατσισμού. Και επειδή, ως γνωστόν, η κοινωνικοοικονομική θέση ενός ανθρώπου δεν προεξοφλεί τις πολιτικές του πεποιθήσεις, εμείς βιώνουμε τον ρατσισμό όχι μόνο από τα μικρά και μεγάλα αφεντικά, αλλά και από τους ίδιους τους συναδέλφους μας – ξέρετε, τους φορολογούμενους και αδικημένους από το πολιτικό σύστημα. Την εργατική τάξη, τα λεγόμενα εν δυνάμει επαναστατικά υποκείμενα, που στο όνομά τους έχουν εκφωνηθεί οι πιο πύρινοι λόγοι. Ούτε πιστεύoυμε πως στα μάτια των μικρών ελλήνων αφεντικών μας είμαστε όλοι ίδιοι.

Ο ρατσισμός αυτού που εθνοφυλετικά εμφανίζεται ως ελληνικός λαός απέναντι στους Ξένους είναι άπειρα πιο ολέθριος ακόμα και από την ορθολογικότητα του ίδιου του καπιταλισμού· ακριβώς λόγω της ανορθολογικότητας του. Για ένα μεγάλο τμήμα του έθνους των ελλήνων οι μετανάστες δεν κατατάσσονται καν στην εργατική τάξη, αλλά στους εχθρούς της. Από μια σκοπιά της ενδοταξικής διένεξης παρατηρείται ξεκάθαρα μια σχέση ξενιστή – παράσιτου· και οι αντιρατσιστές στην καλύτερη περίπτωση παίρνουν τον κριτικό ρόλο απέναντι στο «ξενιστή», σε καμία περίπτωση όμως το ρόλο του «παράσιτου».[1] Στον καπιταλισμό, την υφιστάμενη αφηρημένη μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης – μορφή κοινωνικών σχέσεων δηλαδή που διαμεσολαβείται κυρίως από την εργασία, παρά από τις ταξικές σχέσεις που διαμορφώνονται από την αγορά και την ιδιωτική ιδιοκτησία – οι μετανάστες έχουν συγκεκριμένες θέσεις/ρόλους που καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα ντόπια «θύματα της κρίσης», ή αλλιώς τα άτομα της γενικότερης μικρομεσαίας οικονομικής στάθμης. Εν πάσει περιπτώσει, σε κάθε κοινωνική / πολιτική εξέλιξη, ανάλογα την ψυχοσύνθεση του έλληνα εργαζόμενου, αποκτά το είδος μας και τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό: «αποβράσματα», «κακομοίρηδες», «απολίτιστοι», «βίαιοι», «συντηρητικοί», «μεταναστευτικής προέλευσης» (αθροιστική έννοια που συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω) κοκ.! Οπότε οι κοινοτοπίες που προκύπτουν από τα συνθήματα αυτά δεν μας οδηγούν στην αποσαφήνιση των εννοιών και στην αποφόρτιση των κοινωνικών θέσεων από το πραγματικό τους περιεχόμενο. Κυρίως, όμως, συμβάλλουν στο να απο-προβληματικοποιούν τους θύτες αφήνοντάς τους στην προνομιακή τους αφάνεια.

Συντεταγμένο το ελληνικό κράτος, δηλαδή θεσμοί και υπήκοοι όλης της ταξικής διαστρωμάτοσης, εργάζονται για την διατήρηση των δομών ενός κοινωνικού μοντέλου που στην πραγματικότητα δεν είναι ένας κόσμος ισότιμα συμβαλλομένων ατόμων, αλλά μια αρένα αντιμαχόμενων κοινωνικών ομάδων όπου μέσα της οι αλλοδαποί/ές αποτελούμε το κατακάθι, το απόπλυμα της πόλης. Εκεί μας κατατάσσουν η κυρίαρχη εθνική ταυτότητα και οι ελληνόφωνοι Εθνοφύλακές της. Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο, πλέον, ότι η αντιπαράθεση με τον ρατσισμό είναι για εσάς το πολύ μια θεωρητική αξίωση. Διότι ελάχιστοι από εσάς π.χ. γνωρίζετε τι συμβαίνει στις Υπηρεσίες των Ξένων (υπηρεσίες ωραιοποίησης απέλασης). Το σύνολο των ξένων συναντάει καθημερινές συμπεριφορές και φράσεις που καταλήγει στο να πιστεύει ότι ο κίνδυνος είναι παντού και άρα ότι πουθενά δεν μπορείς να κυκλοφορείς με ασφάλεια. Οι πόλεις μοιάζουν με ναρκοπέδια και το δικαίωμα για αξιοπρεπή μετακίνηση ξαφνικά αφορά και τις εντός συνόρων, εντός πόλεων και χωριών διαδρομές. Η νάρκη-περιπτεράς, η νάρκη-φουρνάρισσα, η νάρκη-γραφειοκράτης, η νάρκη-συνεπιβάτης λεωφορείου… Κάπου μπορεί να πατήσεις κάποια από αυτές… Επίσης, μια βαθιά εμπεδωμένη όσο και ανομολόγητη αντίληψη, τουλάχιστον εκ μέρους μας, είναι ότι τα «δικαιώματά» μας δεν είναι εξίσου αναφαίρετα με των υπόλοιπων πολιτών· ακόμα και αυτών που τους αρέσει αυτό το σύνθημα. Ασυζητητί σε μια κοινωνία δομημένης με βάση την ελληνικότητα, που διψάει για συνεχή και πάντα περισσότερη επιβεβαίωση της εθνικής ταυτότητας, η θέση σας είναι προνομιακή. Εκ των πραγμάτων δεν είστε σε θέση να διανοηθείτε τι σημαίνει να ανοίγεις το στόμα σου και από εκεί και πέρα να ξέρουν όλοι ότι δεν είσαι έλληνας/ίδα. Δεν είστε σε θέση να διανοηθείτε επίσης τι σημαίνει, όταν όλοι περιμένουν από σένα να συμπεριφερθείς σύμφωνα με τους εδώ κανόνες και εσύ να μην ξέρεις ποιοι σκατά είναι αυτοί οι κανόνες. Ίσως ούτε καν να φαντάζεστε πως είναι για μας η δική σας συμπεριφορά, πως μας βρωμάει η ανεκτικότητά σας και η καλοσύνη που βρίθει εξωτικοποίηση, εξιδανίκευση ή θυματοποίηση και άλλοτε μας προσδίδει έναν αισχρό εξαναγκαστικό ηρωισμό.

Εκείνος ο κόσμος όπου παρακαλάς τους θύτες σου για μια άδεια παραμονής/εργασίας εκεί όπου οι ίδιοι θύτες (ως αυτουργοί ή ως τμήμα τους) καθορίζουν τις εξελίξεις, δεν είναι ο δικός σας κόσμος· είναι παράλληλος με τον δικό σας κόσμο. Δεν ξέρουμε καν αν μπορείτε ποτέ να αντιληφθείτε τον παραλογισμό αυτής της κατάστασης που έχουν υποστεί αμέτρητ@ από μας. Διότι δεν έχετε στην πραγματικότητα σχεδόν καθόλου σχέσεις με μετανάστ(ρι)ες και πρόσφυγες – και όσοι/ες έχουν δεν θα ξεστόμιζαν κάτι τέτοιο – αυτοί δεν είναι για εσάς τίποτε περισσότερο παρά ένα θεωρητικό πρόβλημα. Στη δική σας πραγματικότητα δεν θεωρείται δεδομένο το καταστατικό δίλημμα του αποκλεισμού στο σχολείο ή της παρανομίας, ή του αποκλεισμού από τις δουλειές λόγω ‘καταγωγής’ ή και από κινηματικές συλλογικότητες όπου ο λόγος του μεταναστευτικού βιώματος απορρίπτεται ως αντιεπιστημονικός, μη έγκριτος, «συναισθηματικός» και απομονώνεται, ενώ επιχειρήματα που φέρουν το μεταναστευτικό background αγνοούνται διότι «στερούνται θεωρητικών / αναλυτικών εργαλείων», και αναλόγως της έντασης της συζήτησης, μαζί με αυτά και το υποκείμενο που τα εκθέτει. Η αντιπαράθεση για μας με τον ρατσισμό δεν είναι ένα θεωρητικό σχήμα, σπάνια εξαντλείται στη λεκτική κακοποίηση και σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται σε λίγους «βλαμμένους γραφικούς», «θερμόαιμους υπερεθνικιστές» ή μια «μάζα ληθαργικών δυσαρεστημένων». Η κακοποίηση στην περίπτωση μας εξακολουθεί να υφίσταται και πολύ μετά από μια απροκάλυπτη ρατσιστική επίθεση. Το ίδιο συμβαίνει και σε σάς; Εξακολουθείτε να είστε κι εσείς μετανάστες; Το θέτουμε και στη γλώσσα που μοιραία γνωρίζετε πολύ καλά· σε αυτή που στα αυτιά μας φτάνει με ψίθυρους ενώ οι φανατικοί έλληνες νιώθουν την ακατανίκητη ανάγκη να βροντοφωνάξουν: ακόμη κι όταν δανειζόμαστε/αναπαράγουμε στοιχεία από το ιδεολογικό οπλοστάσιο της κυρίαρχης ταυτότητας, ακόμη κι όταν ανταποκρινόμαστε δηλαδή στην ανώτατη μορφή «ενσωμάτωσης» στην ελληνική κοινωνία, δηλαδή στη ρατσιστική θεωρία και πράξη («Αλβανοί ρατσιστές»: καρικατούρα-δημιούργημα αποκλειστικά ακροαριστερών καταβολών), η ανταμοιβή / τιμωρία μας δεν είναι ποτέ ανάλογη με αυτή ενός έλληνα. Εξαπολύονται προς το μέρος μας οι πιο αδιανόητοι χαρακτηρισμοί με στόχο την απόλυτη δαιμονοποίησή μας.

Είναι καθημερινή βιωμένη εμπειρία, όχι μια επαναστατική ηρωική πράξη αλλά καθημερινότητα. Μια καθημερινότητα που όχι μόνο σβήνει σαν βρώμικο λεκέ τα πομπώδη αυτά λόγια του συνθήματος, αλλά κυρίως αντανακλά μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και εκείνους της διπλανής πόρτας. Μέσα της διεκδικούμε εκείνα τα θεμελιώδη δικαιώματα και προνόμια που για τους ντόπιους είναι αυτονόητα· ακόμα και το να μιλάμε με κανονικό τόνο στη δική μας γλώσσα και να μη ψιθυρίζουμε άλλο! Για μας η αντιπαράθεση με τους ελληνορατσιστές είναι ένα υπαρξιακό πρόβλημα και μάλιστα όχι μόνο με το βίαιο, αιματηρό ρατσισμό του δρόμου. Γεγονός που καταργεί κάθε θεωρία σπανιότητας ρατσισμού, και περιγράφει μια γεωγραφική πραγματικότητα. Η πόλη, σε γενικές γραμμές, μπορεί πράγματι να μας παρέχει το προνόμιο της ανωνυμίας (για όσ@ς «μοιάζουν» με ελληνες/ίδες), η επαρχία όμως είναι απροσπέλαστη – αν και μερικ@ έχουμε την ασυνήθιστη τύχη να τη βγάζουμε καθαρή – και αν είσαι νέος κάτοικος πρέπει να έχεις θράσος και φίλους για να κυκλοφορήσεις. Έχουμε πολλά παραπάνω πράγματα από τους ντόπιους αντιρατσιστές να σκεφτούμε όταν βγαίνουμε από το σπίτι, ακόμα και να πεταχτούμε μέχρι το φούρνο: ξαφνιασμένα βλέμματα στον δρόμο, χλευαστικοί ψίθυροι, ακόμα και ανοιχτές προσβολές/απειλές, χωρίς κανένα περιεχόμενο, απλώς ελληνικές. Εκεί χωρίς γνωστούς την έβαψες. Διαμορφώνουμε τις συμπεριφορές μας έτσι ώστε να προφυλασσόμαστε από τον πιθανό κίνδυνο να θιχτεί ένας έλληνας. Είμαστε το καθημερινό ψωμί του έλληνα πολίτη που βγαίνει το πρωί από το σπίτι οπλισμένος ηθικά με ολοκληρωμένη εθνική συνείδηση και με συλλογική σιωπηλή ασυλία. Εκείνου που η απροκάλυπτη έκρηξη των αγνών εθνικών αισθημάτων επιστημονικοποιείται από περισπούδαστες ακαδημαϊκές αναλύσεις αριστερής προέλευσης ως «σανίδα σωτηρίας των οικονομικών ελίτ».

Ακόμα και όταν προβλεφθούν, όμως, για εμάς ορισμένες ελαφρύνσεις και πάνε να λυθούν ορισμένα πολύ βασικά προβλήματά μας, σε μια δημόσια υπηρεσία ή σε ένα χώρο εργασίας όλα αυτά γρήγορα εξανεμίζονται όταν προκύψει ανταγωνισμός με ελληνοαίματους. Δεν είμαστε όλοι μετανάστες γιατί δεν έχετε νιώσει ούτε την αίσθηση της λύπης που καθρεφτίζει το πρόσωπο όσων διέπονται υποσυνείδητα από δομικά ρατσιστικές αντιλήψεις, όσο κι αν είναι καλοπροαίρετες μερικές φορές. Αυτά τα σφιγμένα χείλη και οι μορφασμοί οίκτου – σύμφυτοι με τη βιωμένη πραγματικότητα των αμέτρητων ιστοριών ρατσιστικής μεταχείρισης, ή ακόμα χειρότερα, η κάθετη άρνηση συνδιαλλαγής με εμάς μέσα από τους κώδικες δυναμικής και έντασης που διατρέχουν αυτή την καθημερινότητα, ακόμα και τα ενθουσιώδη λόγια για «υπερήρωες μετανάστ(ρι)ες», υποκρύπτουν μια ειδική μεταχείριση που εδράζεται στην ανισοτιμία. Τα «συγχαρητήρια» που δεχόμαστε για τυχόν συγκροτημένες πολιτικές θέσεις που διαθέτουμε – κι αυτά είναι άλλη μια συγκαλυμμένη εκδήλωση υπεροψίας. Ο φυλετικός ρατσισμός και ο εθνικισμός που διαπερνά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, βρίσκει την βίαιη έκφρασή του στο βούρδουλα του μπάτσου στη πλάτη μας. Και στην πλάτη σας ενίοτε· αλλά για άλλα πράγματα που δεν σας κατατάσσουν στους μετανάστες. Μέσα σε αυτές τις διάφορες πρέπει να γνωριστούμε χωρίς να είναι ανάγκη να υπάρξει οποιαδήποτε σύγχυση μεταξύ του τι είμαστε και πως μας αποκαλούνε.

Πρώτα-πρώτα θα πρέπει να μιλήσουν οι ίδιοι οι Άλλοι, να αρχίσουν να μιλάνε, και να μην αφεθούν να πούνε ότι δεν έχουν τίποτα να πούνε. Να μην αφεθούν να μάθουν από την ελληνική πραγματικότητα ότι οι Ξένοι «εκ φύσεως» προορίζονται να υπ-ακούνε, να πιστεύουν και να μην ανακαλύπτουν τίποτα. Θα πρέπει να τολμήσουνε να πούνε όλα όσα έχουν να πούνε για το βίωμα τους. Θα έπρεπε να μιλήσουν για τη δική τους θέση, την ελληνική εμπειρία – ένας θεός ξέρει πόσα έχουν να πούνε – έτσι ώστε τελικά να καταφέρουν να αποτινάξουν τόσο το πατρονάρισμα όσο και την απενοχοποίηση της εθνικής ταυτότητας του θύτη, να απαλλάξουν τους ντόπιους «αντι»ρατσιστές από το άγχος και το προνόμιο παράλληλα της συνεχόμενης διαστρέβλωσης και ωραιοποίησης της θέσης τους, να απελευθερώσουν δηλαδή τον έλληνα από τα προσχήματα… Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Πρέπει καταρχήν να απαλλαγούνε από όσα συστήματα λογοκρίνουν κάθε απόπειρα βιωματικής τοποθέτησης. Να αποκαλύψουνε το βαθμό στον οποίον η γνώση, στη δική μας περίπτωση, αποκτάται πάντοτε στα πλαίσια της ελληνικής ιδεολογίας, ως συνεργός της εξουσίας. Να αποκαλύψουνε ότι όποιος από προνομιακή θέση γνωρίζει για εκείν@ς καλύτερα από εκείν@ς, αποκομίζει πάντοτε το κέρδος της εξουσίας.

Ίσως όλα τα παραπάνω να σας φαίνονται ανυπόστατα, αδιανόητα. Λογικότατη αντίδραση, εκ μέρους σας, εάν τα αντιρατσιστικά αντανακλαστικά σας εντοπίζουν ρατσιστική βία μόνο σε οργανωμένους φασιστολαϊκούς συλλόγους και φράξιες κατοίκων που δίνουν αγώνα εθνικής απελευθέρωσης των περιοχών τους από τους πρόσφυγες-μετανάστες. Ασφαλώς αυτές οι λαϊκές εκρήξεις διέπονται από εξοντωτική μανία για ό,τι αποτελεί μη έθνος. Όμως, για μας, η ξενοφοβία όσων δεν αναπαύονται ποτέ να μας υπενθυμίσουν ποια είναι η θέση μας, είναι σε τόσο υψηλά επίπεδα ώστε αποτελεί μια πραγματικότητα τόσο ομαλή και καθημερινή που πλέον σε κανέναν πια, εκτός από μας τους άμεσα θιγόμενους, δεν πέφτει στην αντίληψη. Εάν κάποια/ος θέλει να μάθει τα βιώματα μιας μετανάστριας, να απευθυνθεί εκεί, να μιλήσει η ίδια για την εαυτή της, και όχι σε έναν ντόπιο αντιρατσιστή που συστήνεται ως τέτοια. Η Έμμα Γκόλντμαν έλεγε συγκεκριμένα «…να βιώνω αλήθειες και όχι μόνο να μιλώ θεωρητικά για το περιεχόμενο τους.» Εάν δεν μπορείς να βιώσεις τότε ασε να μιλήσουν όσοι/όσες τις βίωσαν. Απλά. Σε αντίθεση με εσάς, ο εγχώριος εθνορατσισμός, τις εξοντωτικές επιθυμίες του οποίου πραγματώνει ένα άθροισμα συνεπέστατων ελλήνων με αγνά αισθήματα που απαρτίζεται από συνοριοφύλακες, λιμενομπατσους, σωφρονιστικούς κ.α., μας κυνηγάει με λύσσα. Καθώς όλο αυτό το ρατσιστικό φαντασιακό του έλληνα, διαθλάται πρωτίστως πάνω στην εθνοφυλετική εγγύτητα των καθημερινών φρουρών του· αυτούς που η δεύτερη πρότασή τους είναι το «από που είσαι;» Αυτό το ζούμε. Όταν λέω εθνορατσισμό εννοώ φυσικά και τον κυρ Μήτσο που σου λέει όταν παρκάρει το αγροτικό του «πες στον Αλβανό να κάνει στην άκρη μη τον χτυπήσω και τον πληρώνω για άνθρωπο» και την Φωτεινή που μας ουρλιάζει στο ΚΤΕΛ «μου τρυπάνε το κεφάλι τα αλβανικά σας γέλια!» Καθωσπρέπει άνθρωποι όλοι τους· με καλοβουρτσισμένα σκυλιά και περιποιημένους κήπους. Δύο τυχαία παραδείγματα που συμπυκνώνουν επαρκώς την απειλητική εξύφανση της ελληνικής πραγματικότητας και δεν μας επιτρέπουν να κάνουμε αντικαπιταλιστικές ή άλλες αναλύσεις. Παρόλα τα αριστερά ή αναρχικά κίνητρα που μπορεί να συνοδεύουν το σύνθημα αυτό, λοιπόν, για μας επουδενί δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι μια στιγμή ξεκάθαρης απόσβεσης όχι μόνο του παλιού αλλά και του πρόσφατου παρελθόντος μας.

Στην καρδιά αυτής της αντίφασης που υποδηλώνει αυτό το σύνθημα πιστεύουμε πως επιζεί η πλήρης αδυναμία για αναστοχασμό και αυτοαμφισβήτηση που απαιτεί ένας συνεπής αντιεθνικισμός, που θα προϋπέθετε να μην πιπιλάνε άλλο άθλια και από την αρχή μέχρι το τέλος κούφια συνθήματα του τύπου «είμαστε όλοι μετανάστες», αλλά και «…όλοι ανάπηροι», «…όλ@ τρανς!» κ.ο.κ.! Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να σιγήσει η κριτική στις ιδεολογικές επεξεργασίες των θυμάτων του ρατσισμού που παράγει η ελληνική κοινωνία ως διαχρονική της αξία. Αλλά να αναδειχθεί η ανάγκη της αυτοτέλειας του αντιρατσιστικού κινήματος, που είναι υπόθεση των ίδιων των καταπιεσμένων και όχι των «καθοδηγητών» τους. Ενώ από την άλλη, να μην προσχωρήσουμε σε μια επιχειρηματολογία του αντιπάλου που συσκοτίζει τη φύση του ρατσισμού ως κοινωνικού συστήματος κυριαρχίας και ως συγκεκριμένης υλικής πραγματικότητας. Διότι αυτές οι θέσεις, οχυρωμένες πίσω από μια προσχηματική φιλο-ισονομία από τη σκοπιά μιας «συνολικής κριτικής», βρίσκονται τελικά στο ίδιο τεραίν με ρατσιστικά ελληνοκεντρικά στερεότυπα και αφήνουν ευρύ χώρο να αξιοποιηθούν σε μια τέτοια κατεύθυνση από απροκάλυπτα ρατσιστές. Για αυτό πρέπει να καταγγελθεί άμεσα η πατροναριστική οριενταλιστική στάση των εγχώριων πρωτοποριών να φτιάχνουν για τη συμβολική τους αυτοεπιβεβαίωση λύσεις για τα προβλήματα, τις ανησυχίες και τα άγχη των μειονοτικών, χωρίς να λαμβάνουν καν υπόψη τους πραγματικούς συσχετισμούς και τους ανταγωνισμούς μέσα σε αυτούς.

Αρνούμαστε ρητά να μπούμε σε έναν αέναο κύκλο αυτο-ενοχοποίησης ή, ακόμα χειρότερα, αυτο-θυματοποίησης, γεγονός που αναπόφευκτα θα μας εγκλώβιζε σε μια πεσιμιστική ενδοσκόπηση. Συνέβη στο παρελθόν με τη πρώτη γενιά μεταναστών και αποδείκτικε ολέθριο. Αντίθετα, καταδεικνύουμε τη ταυτότητα του κυρίαρχου θύτη σε τούτη τη χώρα, προβληματικοποιούμε δηλαδή αυτούς που γνωρίζουμε καλά και κυρίως ψηλαφίζουμε μονοπάτια χειραφέτησης. Δεν πρόκειται πια για λεκτικές πολιτικές, αλλά ανάθεμά μας για μια συνειδητοποίηση των διαφορών ανάμεσά μας, για μια αντιπαράθεση πάνω σε αυτές τις διαφορές, ώστε να καθοριστούν κοινά βήματα. Το ‘είμαστε όλοι μετανάστες’ δεν είναι ένα αμυντικό σύνθημα αλλά δεδομένων των ισχυουσών στην ελλάδα κοινωνικών σχέσεων και δεδομένης της στάσης όλου του πολιτικού φάσματος, είναι σχεδόν ένα πρόταγμα κοινωνικής ουτοπίας. Οι διαφορές αυτές προέρχονται από αυτές τις καταραμένες σχέσεις βίας και δομών που όσο υπάρχουν, θα καθιστούν μια ισότητα αδύνατη.


μεταναστευτικό τμήμα του 0151

[1] To KKE φράσσει το αμπέλι, περιοδικό Antifa (πόλεμος ενάντια στον φόβο), τεύχος 22, 03/2011. http://www.antifascripta.net/LinkClick.aspx?fileticket=KyUBrYPN6%2Fc%3D&tabid=199

0151 # 9

oki9-copy

 

Ανταπόκριση από την εκδήλωση του 0151 στο Balkan Anarchist Bookfair στα Γιάννενα
Ο κύκλος των εργασιών της πολιτικής της φιλανθρωπίας από τις Σέρρες ως την Ειδομένη
Όταν το κράτος δεν τρώει από τις σάρκες του (περί της διάκρισης κράτους – εκκλησίας)
(Ενάντια στον όχλο, το κράτος, τους νεοναζί! # 2) / Antifa Negative

‘Άνευ ιδεολογίας, άνευ τάξεων, άνευ κομμάτων…’
Οι φεμινισμοί στην ελλάδα 1919-1940. (μέρος β’) / Fight Back!

“Ο κύκλος των βιωμάτων” (ανδρικές άμυνες, vol.2 μέρος β’) / Stepanyan TSP

•  Ημερολόγιο Ρατσισμού

antifa live 21/10/2016

antigreek

Σημειώσεις με αφορμή (ακόμα λίγους) βανδαλισμούς στο μνημείο του Ολοκαυτώματος στην Αθήνα[1]

a8hna--vevh-thumb-large
– Αν ο Εβραίος στο αντισημιτικό φαντασιακό αποτελεί έναν νομαδικό άπατρι λαό, τότε ένας εβραϊκός τάφος, δηλώνει τον τερματισμό της περιπλάνησης του νομαδισμού ως τετελεσμένη μοίρα και οριστικά προ-καθορισμένη κατάσταση των Εβραίων και την εδαφικοποίηση του εβραϊκού θανάτου εντός ενός πλαισίου εθνικών-κρατικών συνόρων. Ο τάφος αναπαριστά εξάλλου την τελευταία μόνιμη κατοικία και δηλώνει την αιώνια σταθερή παρουσία σε έναν τόπο, έστω και αυτών που εναποθέτουν τους νεκρούς. Επομένως έρχεται σε κάθετη αντίθεση με την έλλειψη υλικότητας που ο αντισημιτισμός προσδίδει στον Εβραίο. (Postone)

– Έτσι, ο εβραϊκός τάφος καταργεί την κινητικότητα της παράνομης ύπαρξης του Εβραίου που ο αντισημιτισμός προσδίδει στους Εβραίους, ως θρησκευτική κοινότητα στα πρώτα και τα μεσαιωνικά χρόνια, ως ‘ξένος’ και ‘προδότης’ στα εθνικά κράτη, ως πολίτης ενός ‘παράνομου’ κράτους ανάμεσα σε άλλα, νόμιμα. Το γκέτο δεν ήταν ποτέ αρκετό, για αυτό ήρθαν τα πογκρόμ να εξαφανίσουνε την εβραϊκή κατοικία και τη συναγωγή ακόμα και εκτός των τειχών της πόλης. Η αφομοίωση υπήρξε το γνωστό μακάβριο αστείο του φιλελευθερισμού που κατέληξε στις καμινάδες των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η βεβήλωση των εβραϊκών νεκροταφείων και μνημείων – με τα τελευταία συχνά να βρίσκονται με θράσος εντός της πόλης – συνεχίζουνε την ίδια πολιτική με άλλα μέσα.

– Η ‘τιμώρηση’ του τάφου δεν είναι απλώς καταγγελία για την ανάπαυση ή τον εφησυχασμό του σώματος, αλλά η ουσία του σύγχρονου αντισημιτισμού, που ταυτίζει τον Εβραίο με το μη οικείο, το απόκοσμο, το ξένο προς την ανθρώπινη φυλή, το μη ανθρώπινο, όπως και το χρήμα και η εξουσία του κεφαλαίου ως αίτια του ανθρώπινου εκφυλισμού. «Όποιος αναζητεί καταφύγιο δεν πρέπει να το βρει. Σε όσους εκφράζουν αυτό που ποθούν μανιωδώς όλοι, την ειρήνη, την πατρίδα, την ελευθερία, στους νομάδες και τους πλανόδιους θαυματοποιούς, δεν αναγνωρίσθηκε ποτέ το δικαίωμα να έχουν δική τους πατρίδα. Ό,τι φοβάται κανείς, του το προξενούν. Ακόμη και η γαλήνη της τελευταίας κατοικίας παραβιάζεται. Οι δηώσεις των νεκροταφείων δεν είναι παρεκτροπές του αντισημιτισμού, αλλά αυτός ο ίδιος. Οι εκδιωγμένοι αφυπνίζουν αναγκαστικά την επιθυμία για εκδιώξεις. Πάνω στο σημάδι που τους άφησε η βία, αναφλέγεται ακατάπαυστα η βία.» Αντόρνο / Χόρκχαϊμερ (Διαλεκτική του Διαφωτισμού)

– Στο ναζιστικό φαντασιακό τα κρεματόρια δεν είναι παρά το καταλληλότερο εργαλείο μετατροπής του Εβραίου στην πραγματική του μορφή· την αφαιρετικότητα Από την έλλειψη πατρίδας έως τη συνωμοσία ενάντια στην πατρίδα γη και μέχρι την εκπροσώπηση της σφαίρας κυκλοφορίας του κεφαλαίου ο εβραίος συνιστά αφηρημένη ουσία και οι καμινάδες των στρατοπέδων εξόντωσης αποτελούνε τη μετουσίωση του εξολοθρευτικού αντισημιτισμού. Το εβραϊκό σώμα πλέον θα ήταν παντού (λίπος, λίπασμα) και πουθενά (καπνός). Απόκοσμη, μη ανθρώπινη διάσταση, όπως ο καπιταλισμός.

– Η παρουσία της σβάστικας στο μνήμα, από την άλλη, δηλώνει την διεκδίκηση της αποκλειστικότητας στην αυτουργία του θανάτου του Εβραίου καθώς δεν επιδέχεται άλλη, οικεία προς την ανθρώπινη φύση, αιτία θανάτου, ενώ ταυτόχρονα υποδηλώνει την διάθεση της μόνιμης εκρίζωσης. […] Η χαραγμένη σβάστικα στο εβραϊκό μνημείο ή την είσοδο του νεκροταφείου τονίζει ακριβώς την αντίθεση του αντισημίτη στην σταθερή κατάσταση του Εβραίου που επ’ ουδενί δεν συμβαδίζει με την αντισημιτική κοσμοθεωρία.

– Σε συμβολικό επίπεδο, με τον εκθειασμό του Κακού μέσω της σβάστικας, έχουμε δύο μηνύματα που ικανοποιούν τόσο τον παλιό όσο και τον σύγχρονο αντισημιτισμό: α) ζητείται η ολική εξαφάνιση και του τελευταίου εβραϊκού σώματος και β) ο αιώνιος διωγμός. Ξήλωμα, σπάσιμο της ταφόπλακας ή συνθήματα στα μνημεία για να επικυρωθεί ότι ο Εβραίος υπάρχει μόνο σε προσδιορισμό με τον φυλετικό του καθορισμό, για να βρεθεί το εβραϊκό σώμα στην κατάσταση που του προσέδωσε η ναζιστική μηχανή, στην ένωση του με τη στάχτη, για να υπάρξει η υπενθύμιση ότι η απειλή συνεχίζει να υπάρχει για αυτούς που επιβίωσαν.

 

Antigreek émigré

[1] Βανδαλισμοί στο μνημείο ολοκαυτώματος πλησίον της Εβραϊκής Συναγωγής στην Αθήνα, 28-06-2016. http://m.huffpost.com/gr/entry/10709996

Το μοτίβο ενός ελληνικού επαρχιώτικου σκανδάλου

Το μοτίβο ενός ελληνικού επαρχιώτικου σκανδάλου:
-συστηματική κακοποίηση για την οποία γνωρίζει όλο το χωριό
-το γεγονός αποκτά δημοσιότητα στα εθνικά μέσα
-το χωριό διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ότι δεν γνώριζε τίποτα διακηρύσσοντας την ηθική του αντίθεση.

Τα αυτά φαίνεται να συνέβησαν στην περίπτωση του Β. Γιακουμάκη. Όπως κοινότοπα λέγεται, οι κοινωνίες της επαρχίας είναι κλειστές. Ξέρουνε να κρατάνε μυστικά και συχνά φέρονται εχθρικά ακόμα και σε μη ντόπιους έλληνες (προφανώς σε μη συγκρίσιμο βαθμό με τους/τις μετανάστριες/ες).

Η ενσωμάτωση των κρητών στην «κλειστή» τοπική κοινωνία δε πρέπει να μας κάνει να αναρωτιόμαστε. Η λεβεντιά είναι ένας κώδικας που επιτρέπει την κυκλοφορία των αρρενωποτήτων εντός συνόρων με μεγάλη ευκολία. Γρήγορα γίνονται κομμάτι της τοπικής ζωής. Ενώ για την εξωτικοποίηση ιδιαίτερα της κρητικής λεβεντιάς είναι περιττό να μιλήσουμε.  Όλο το έθνος αναρριγεί στην όψη της. Πέρα από αυτό ο επικεφαλής ήταν υιός κρητικού πολιτευτή…

Επιπλέον οι λεβέντες, ντόπιοι ή «μέτοικοι», επιτελούν έναν εξαιρετικό ρόλο στις μικρές κοινότητες. Οι ελληνικές κοινωνίες εξασκούν την ελληνική τους βία (σεξιστική, ομοφοβική, ρατσιστική, αντισημιτική κλπ) με δύο αρκετά διακριτούς τρόπους. Όταν διατελούν σε χαμηλή θερμοκρασία, ακολουθούν έναν αρκετά ορθολογικό καταμερισμό των λειτουργιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις η βία εξασκείται από τις λεβέντικες αρρενωπότητες. Η ομοιογένεια επιτυγχάνεται με τις υπηρεσίες τους. Αυτό εξασφαλίζει στους τελευταίους τον σεβασμό ενώ στην περίπτωση των 8 κρητών, πολλά υλικά οφέλη, όπως την σίτιση και τη στέγαση.. «Στα τέως διευθυντικά στελέχη καταλογίζεται ότι ενώ ενημερώθηκαν από άλλους φοιτητές για το τι γινόταν, παραβαίνοντας το καθήκον τους δεν διερεύνησαν τις καταγγελίες, δεν τιμώρησαν την 8μελή κρητική ομάδα, όπως όφειλαν, αλλά ούτε γνωστοποίησαν στις αρχές -όπως είχαν χρέος- τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα αδικήματα (επικίνδυνες σωματικές βλάβες, παράνομη παρακράτηση, παράνομη βία), αλλά προσπόρισαν στα μέλη της παράνομο όφελος σε βάρος του Δημοσίου, επιτρέποντάς τους στην πράξη να παραμείνουν οικότροφοι στην εστία της σχολής, απολαμβάνοντας δωρεάν στέγαση και διατροφή χωρίς να τις δικαιούνται, γιατί έπρεπε να είχαν αποβληθεί από την αρχή της φοίτησής τους.»
«Σε αντίθεση με τις σκανδαλωδώς ηπιότερες ποινές -όπως χαρακτηρίζονται- που αντιμετώπισαν κάποιες φορές οι Κρητικοί, στα βουλεύματα καταγράφεται σωρεία αυστηρών αποφάσεων που έβαλε η σχολή το διάστημα 2011-14 (αποβολές 3 ημερών ή και οριστικές) σε άλλους για ηπιότερα παραπτώματα (ρίψη τροφίμων από το παράθυρο του δωματίου, κατανάλωση αλκοόλ στα δωμάτια, παραβίαση ωραρίου, διανυκτέρευση εκτός σχολής χωρίς ενημέρωση της διεύθυνσης κ.λπ.).»[1]

Αντίθετα, στις υψηλές θερμοκρασίες μιλάμε για το πέρασμα σε κατάσταση όχλου, όπου τα άτομα λιώνουν σε ένα ελληνικό οργανικό όλο έτοιμο να καταβροχθίσει οτιδήποτε μη ελληνικό. Από την άλλη πρέπει να κατανοήσουμε ότι τέτοιου είδους σκάνδαλα είναι ζωτικής σχεδόν σημασίας για τις ελληνικές επαρχιακές κοινότητες. Λαμβάνοντας ως δεδομένο τις πλείστες φορές που οι έλληνες περάσανε σε κατάσταση όχλου, οργανώνοντας την από τα κάτω βία τους η οποία είναι αποδεδειγμένα τρομερά αποτελεσματική για την απονομή του «ελληνικού δικαίου», πρέπει να είμαστε καχύποπτες για την οποιαδήποτε αδράνεια των επαρχιακών κοινωνιών απέναντι σε συμβάντα τα οποία εκ των υστέρων καταδικάζουν.
(Toν Γιακουμάκη τον κρέμασαν από τον δεύτερο όροφο, τι περίμεναν οι σπουδαστές για να αντιδράσουν;) «Ο Βαγγέλης Γιακουμάκης απασχόλησε την κοινή γνώμη στις 6 Φεβρουαρίου του 2015 όταν είχε χαθεί μυστηριωδώς απο την σχολή του στα Ιωάννινα. Άμεσα πολίτες και συμφοιτητές του κινητοποιήθηκαν για τον εντοπισμό του.»

«Οι πολίτες συνέδραμαν στην προσπάθεια και καλούσε την αστυνομία επισημαίνοντας πως είδαν κάποιο άτομο που του μοιάζει, κανένας δεν ήταν ο Γιακουμάκης.»[2]

Η καχυποψία μας μάς αναγκάζει να αναγνωρίσουμε αφενός την ποσότητα ηδονής που αντλεί η κοινότητα από την ένοχη συμμετοχή στο κουτσομπολιό, τη συμπόνια και το drama αποστροφής και της ηθικής κρίσης. Αφετέρου δύσκολα θα αρνηθούμε το πόσο η αίσθηση συνενοχής -στην οποία οδηγεί η σιωπή και αδράνεια αν δεν υπάρχει συνειδητά η επικρότηση του δράστη- συνεισφέρει στην συνοχή της κοινότητας.
Τα λεγόμενα σκάνδαλα συζητιούνται με ενοχές και φόβο εντός των οικογενειών. Η ελληνική οικογένεια ακόμα και αν καταδικάζει στο κυριακάτικο τραπέζι το οτιδήποτε, όσο κι αν μοιάζει να εναντιώνεται στην κοινότητα, εν τέλει φροντίζει όλα της τα μέλη να κοιτάξουνε τη δουλειά τους (βεβαιώνοντας για τους ακαθόριστους κινδύνους οποιασδήποτε κίνησης που θα διέτρεχαν τα μέλη της σε περίπτωση που αντιτίθονταν δημόσια στο «σκάνδαλο») αποκομίζοντας το όφελος παράλληλα ότι η γονεϊκή (πατρική) εξουσία θα επανεπιβεβαιωθεί, και ως γνωστόν επανάληψη μήτηρ μαθήσεως.

Και βέβαια δε χρειάζεται να μιλήσουμε για όσους θα τάχθηκαν υπέρ -και θα απόλαυσαν -της βίας εναντίον του Βαγγέλη Γιακουμάκη αλλά θα βρήκαν τα μέσα των κρητικών κάπως υπερβολικά.

Στην τελική τι έπρατταν οι τραμπούκοι πέρα από το να πραγματοποιούν τις μύχιες επιθυμίες της κοινότητάς τους. Αυτό δε σημαίνει ότι απαλλάσσονται από τις ευθύνες τους ως ηθικοί ή φυσικοί αυτουργοί, από την άλλη η μικρή επαρχιακή κοινότητα της σχολής φέρει και αυτή μέρος της ηθικής αυτουργίας όσο κι αν προσποιείται το αντίθετο, αν δε φέρει δηλαδή και μερίδιο ευθύνης της φυσικής αυτουργίας αν θεωρήσουμε ότι μπορούσε να είχε αποτρέψει κάποια γεγονότα.
Smash your local mob, Join your local antifa!

 

Rambert

 

ΥΓ. Σπάνια δε οι θύτες συγχωρούν τα θύματά τους (βλ. τον βιασμό στην Αμάρυνθο το 2006), τι θα επακολουθούσε αν η υπόθεση του Βαγγέλη λάμβανε δημοσιότητα ενώ αυτός ήταν εν ζωή δε θέλουμε να το φανταστούμε.

[1] Κρέμασμα από τον β’ όροφο κτιρίου, κλείσιμο σε ντουλάπα, ξύρισμα με τη βία κάποια από τα βασανιστήρια στον Β. Γιακουμάκη – Γιος πολιτευτή ο αρχηγός των τραμπούκων, Αγώνας της Κρήτης, 04-07-2016. http://agonaskritis.gr/κρέμασμα-από-τον-β-όροφο-κτιρίου-κλεί/

[2] Η σύντομη ζωή και ο μαρτυρικός θάνατος του Βαγγέλη Γιακουμάκη, 4 Ιουνίου 2016, http://newpost.gr/ellada/538965/h-syntomh-zwh-kai-o-martyrikos-thanatos-toy-baggelh-giakoymakh